Λίγες ανάσες πριν το τερματισμό

Κι έφυγε για την Αθήνα, αφήνοντάς με πίσω χαμένη εντελώς.
Μάλλον όχι ακριβώς χαμένη. Περπατούσα σε μια αόρατη, ψιλή γραμμή ανάμεσα σε λογική και τρέλα.
Τις πρώτες μέρες πίστευα πως τίποτα από όλα αυτά δεν είχαν συμβεί.
Κυρίως, πως δεν μου είχε πει ψέμματα. Ήταν αδύνατον να μου είχε πει για άλλη μια φορά ψέμματα.

Μόλις μου περνούσε από το μυαλό η αληθινή πραγματικότητα, σφιγγόταν το στομάχι μου κι έκλεινα ερμητικά τα μάτια της λογικής μου.

Υποκρινόμουν.

Θυμάμαι πριν φύγει για την Αθήνα και κλείσει πίσω του την πόρτα τον ρώτησα: "Να περιμένω;"

Δεν ξέρω τι πέρναγε από το μυαλό μου εκείνη τη στιγμή.
Ίσως ήθελα να ανατρέψω αυτό που είχα κάνει λίγες ώρες πριν: Τον είχα χρησιμοποιήσει. Κάτι που δεν γνώριζα ότι το έκανα εκείνη τη στιγμή.
Ήρθε να το συνειδητοποιήσω κάποια στιγμή εντελώς άσχετη.
Εμφανίστηκε από το πουθενά και μπήκε άλλο ένα κομμάτι του παζλ στη θέση του.

Μιλήσαμε κάποιες φορές στο τηλέφωνο, όπου παραδεχόταν πως μ'αγαπούσε, πως του έλειπα.
Κι όλες τις μέρες ο θυμός έβρισκε τη θέση του στον πάτο και καταλάγιαζε. Έμενε μόνο μια πικρή γεύση στο στόμα.

Μόλις πίστευα τα όσα έλεγε, σκεφτόμουν εκείνη. Στα πόσα ψέμματα έχτιζε τον κόσμο της, έφερνε στη ζωή ένα μωρό, σχεδίαζε το μέλλον τους.

Μόλις συνειδητοποιούσα το ψέμμα του σκεφτόμουν πως αν είχα περάσει στο παρελθόν τη γραμμή της λογικής, τότε που πάσχιζα να μην χάσω τα παιδιά μου, θα ήμουν φυλακή.

Ή θα είχα καταφέρει να κάνω το επόμενο βήμα από την ταράτσα εκείνο το βράδυ που πάσχιζα να πείσω τον εαυτό μου πως θα ήταν για το καλό όλων.

Τι ηλίθια που ήμουν τελικά.....

Η αρχή του τέλους

Κι άρχισαν τα "επαγγελματικά ταξίδια".....
Αλλά δεν ήθελε να βρεθούμε όταν πήγαινε ή όταν γύριζε. "Δεν ήταν μόνος"....

Κι ήταν η απλή επιβεβαίωση ότι κάτι συνέβαινε.
Μα τούτη τη φορά, στρώθηκα στη γωνιά μου κι απλά περίμενα.
Ήξερα μέσα μου ότι αργά ή γρήγορα η αλήθεια θα φανερωθεί.
Δεν ήξερα τι αλήθεια ήταν αυτή. Μα όπως είχε αποδείξει ο χρόνος, με αγαπούσε και πάντα μου φανερωνόταν όσο κι αν εκείνος προσπαθούσε να την καλύψει.

Λες και η αλήθεια είχε κάνει συμμαχία μαζί μου, κρυφά, και μούλεγε πως αν έχω λίγο υπομονή, θα έρθει να με βρει.

Κάποια μέρα αρρώστησα. Είχα 39 πυρετό και το μεσημέρι που με πήρε τηλέφωνο το κατάλαβε από τη φωνή μου.
Με ενημέρωσε πως θα πήγαινε Αθήνα για δουλειές και πως μάλλον δεν θα πήγαινε μόνος γιαυτό και δεν γινόταν να συναντηθούμε.

Η σκέψη μου πήγαινε στην υγεία του. Κάτι είχε και μου το έκρυβε έλεγα. Δεν ήθελα να φανώ αδιάκριτη, μα όταν άκουσα πως θα ξαναπήγαινε Αθήνα τον ρώτησα αν είναι καλά κι επέμενα σε μια αληθινή απάντηση.
Όταν με βεβαίωσε πως όλα ήταν εντάξει, αυθόρμητα για μια ακόμη φορά τον ρώτησα:

"Είναι έγκυος;"

Στην αρχή δεν μου απάντησε.

Είναι από εκείνες τις φορές που η σιωπή σε ξεκουφαίνει ως απάντηση.
Που ό,τι κι αν πει μετά ο άλλος, αυτή η απάντηση που δεν έχεις ακούσει δεν αλλάζει.

"Ουυυυυυυυυυ......τώωωωωωωωρα....."
"Τι εννοείς;"
"Αυτές τις μέρες πάμε Αθήνα, γιατί γεννάει......"

Όσο κι αν πω ότι το περίμενα... σοκαρίστηκα.
Κι αισθάνθηκα εντελώς γελοία...
Έκλεισα το τηλέφωνο γιατί φοβήθηκα του τι θα πω. Όσα σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή να πω δεν θα τιμούσαν ούτε εμένα ούτε το τι είχα νοιώσει για εκείνον.

Η επόμενη αντίδρασή μου, που θα μου μείνει αξέχαστη ήταν η ναυτία που ένοιωσα.
Έμεινα στο μπάνιο σχεδόν μέχρι το απόγευμα. Μπούχτισα από αηδία....

Όταν του έστειλα το απόγευμα ένα sms που έλεγε "Γιατί τόσο θέατρο; Γιατί τόσα ψέμματα; Η αλήθεια αρκούσε....", επέμενε πως τίποτα από όσα μου είπε ή όσα έκανε για εμάς δεν ήταν θέατρο.
Εντάξει, οι πράξεις του κραύγαζαν για το αντίθετο αλλά δεν είπα ποτέ πως δεν ήταν καλός στα λόγια.....

Του ζήτησα μια εξήγηση. Που όφειλε να μου τη δώσει κοιτώντας με στα μάτια.
Και παρά το γεγονός ότι στοιχημάτιζα το κεφάλι μου ότι δεν θα έβρισκε το κουράγιο να το κάνει, με εξέπληξε.

Ήρθε απέναντί μου, για να μου πει πως δεν το ήθελε......πως έγινε κατά λάθος....πως δεν μπορούσε να μου το πει τόσο καιρό.... πως δεν μου είχε πει κανένα ψέμμα, πως με αγαπούσε, πως με ήθελε....πως πραγματικά σκεφτόταν μέλλον για εμάς......
Κι εγώ καθόμουν όρθια, και τον κοίταζα που με κοιτούσε και δεν ήξερα ποιον να λυπηθώ. Εμένα, εκείνον ή εκείνη;
Μάτωνε η καρδιά μου κι εγώ προσπαθούσα να αγκαλιάσω τον εαυτό μου να τον προστατέψω από εμένα την ίδια. Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;

Κοίταζα τα μάτια του που μου φώναζαν πως έλεγε αλήθεια. Ή έτσι το φανταζόμουν εγώ. Ίσως αυτό ήθελα να πιστέψω: Ότι μου έλεγε αλήθεια.
Μα ήθελα να ουρλιάξω να φύγει από μπροστά μου. Να χαθεί από τα μάτια μου.
Γιατί δεν κατάλαβε ούτε για μία στιγμή τι μου είχε κάνει.

Δεν κατάλαβε τις άυπνες νύχτες μου όταν ένοιωθα ένοχη γιατί τον αποξένωνα από τη γυναίκα του.
Τις φριχτές τύψεις μου όταν μου έλεγε πως κοιμόταν στον καναπέ γιατί δεν μπορούσε να κοιμηθεί με καμμία άλλη που δεν είχε το σώμα μου, τα χάδια μου, τα χείλη μου, τα μάτια μου....

Δεν κατάλαβε πόσο γελοία ένοιωσα όταν θυμήθηκα τις προσπάθειές μου να έρθει πιο κοντά της. Γιατί είχαν ένα παιδί, γιατί εκείνη δεν έφταιγε σε τίποτα, γιατί την είχε ήδη πληγώσει εξαιτίας μου, γιατί εκείνη πίστευε πως έχει μια οικογένεια μαζί του, κι εκείνος κάθε βράδυ την αρνιόταν γιατί υπήρχα εγώ στη ζωή του.

Ένοιωθα γελοία γιατί πήρα το ρόλο μια γυναίκας που τον έσπρωχνε στην αγκαλιά της γυναίκας του. Κι ήξερα πως αν μια μέρα τα καταφέρω, τότε η θέση που είχα θα έκλεινε οριστικά.

Κι εκείνος στεκόταν απέναντί μου, και επέμενε πως δεν μπορούσε.....

Πόσο πρέπει να γελούσε όταν του έλεγα να της πάρει λουλούδια ένα μεσημέρι σαν θα γυρίσει σπίτι.....!
Ή όταν του έλεγα να της κάνει έκπληξη και να την πάει μια βόλτα κάπου που δεν είχαν ξαναπάει....!
Πόσο ηλίθια θα πρέπει να με πέρναγε όταν του έλεγα πως ο γάμος του είναι σημαντικός για μένα. Κι ευχόμουν να σταματούσε να μου λέει πως δεν θέλει να κάνει καμμία προσπάθεια.....!

Και δήλωνα από την ίδια μου τη ζωή απούσα για να μην ζηλεύει και να μην πονάει....

Πόσο χαζή θα με πέρναγε....!

Γιατί δεν με θεώρησε ποτέ άξια να κάνω εγώ την επιλογή αν ήθελα να μείνω ή να φύγω;
Γιατί δεν πίστεψε πως μπορεί να χαιρόμουν με την αλήθεια;

Η Βροχή


Στο δρόμο για τη δουλειά, σε είδα να έρχεσαι από μακριά...
Ξένοι μέσα στην ίδια πόλη, με αντίθετη κατεύθυνση..
Όπως πάντα...σε αντίθετη κατεύθυνση.

Και στο φανάρι, άρχισε να ψιχαλίζει.
Και ξέρω πως με σκεφτόσουν. Το ένοιωθα.
Γιαυτό αγαπώ τη βροχή μάλλον.
Γιατί κάθε φορά θα μου θυμίζει εσένα.
Και κάθε φορά που θα προσπαθείς να με ξεχάσεις θα υπάρχει η βροχή να με θυμίζει.

Να θυμίζει και στους δύο μας, πως για μια στιγμή συναντηθήκαμε, έστω για λίγο.

Τη δική μου πορεία, τη σταμάτησε ένα παρμπρίζ αυτοκινήτου.
Έτσι αυτοκτόνησα......

"Κατεβαίνοντας εκείνη τη σκοτεινή σκάλα έλεγα "φεύγω!", μ'ανακούφιση. Είναι πάνω από χρόνος τώρα που έχω να σε δω κι όλο με τρόμο ανακαλύπτω πως δεν φεύγω. Σα σκάλα κυλιόμενη με αντίθετη προς το βηματισμό μου φορά ήταν εκείνη. Απίθανη σκάλα που δεν κατεβαίνει. Φεύγω, φεύγω κι όλο μένω στο ίδιο μέρος. Σ'εσένα. Είναι φορές που τον άλλο τον βρίσκουμε φεύγοντας μακριά του και σε μένα φαίνεται μου έλαχε αυτή η κατάρα και βασανίζομαι. Αναρωτιέμαι αν αυτό συμβαίνει και σε σένα κι είμαι σίγουρος πως όχι.

Εσύ στ'αλήθεια έφυγες φεύγοντας. "
Μάρω Βαμβουνάκη


ΥΣ. Ευχαριστώ το Λύσιππο για τη φώτο.

Αίσθηση

Παρά την όμορφη συμπεριφορά του μετά από ό,τι συνέβει η αίσθηση που είχα ότι κάτι πάει στραβά, κάτι μου κρύβει, δεν έφυγε.
Την κουβαλούσα για μήνες...

Η πιο γλυκιά του κίνηση ήταν στα γενέθλιά μου...
Βγαίνοντας από το σπίτι για να πάω για ψώνια, τον είδα ντροπαλό, μαζεμένο να παλεύει να κάνει το πρώτο βήμα, έξω από το γραμματοκιβώτιό μου.
Τελικά παρέδωσε στα χέρια μου ένα φάκελο...
Ένα φάκελλο από χαρτί, πιασμένος με συρραπτικό που φαινόταν ότι τελείωσε γρήγορα κι είχε μέσα ένα ταλαιπωρημένο τριανταφυλλάκι κομμένο μάλλον από το προηγούμενο βράδυ και φυλακισμένο κάπου για να μην βρεθεί από κανέναν.

Η εικόνα του να κλέβει βράδυ από τον δικό του κήπο ένα τριαντάφυλλο, και να το κρύβει για να μου το χαρίσει ήταν και αυτή που μου χάριζε χαμόγελα για πολύ καιρό μετά...

Το πιο ακριβό μου δώρο....

Το μοναδικό του δώρο σε μένα......