Μίσησα....

...τις φορές που του είχα δοθεί, ψελλίζοντας λόγια που τα πίστευε η ψυχή μου κι όχι μόνο το μυαλό μου.
Με καταδίκαζα κάθε μέρα, κάθε βράδυ, που ηρεμούσε το σπίτι κι εγώ έβγαινα να πιω.
Ένοχη για τις φορές που στα χέρια του κατάφερνα να γίνομαι φωτιά, Κόλαση και Παράδεισος, ένα κορμί που γεννιόταν και έπαυε να υπάρχει κάτω από το άγγιγμά του.
Για τις φορές που δινόμουν τόσο απόλυτα σε εκείνον, που έψαχνα τον εαυτό μου για μέρες.
Κάθε φορά που κάναμε έρωτα, άδειαζα τελείως τον εαυτό μου στα χέρια του επάνω. Κάθε φορά πίστευα πως ό,τι του έδινα ήταν εμένα, την ψυχή μου, τη δύναμή μου, την ασπίδα μου. Ένα όπλο να περνάει από τις δύσκολες στιγμές και να βγαίνει αλώβητος και δυνατός, όπως τον θαύμαζα πάντα.

Μίσησα τις φορές που η καρδιά μου ό,τι κι αν μου έκανε, τα έβρισκε όλα υπέροχα, μα σαν τα εξετάζεις με τη Λογική όλα είναι παράλογα.
Μίσησα τις φορές που η καρδιά μου βρήκε χίλιες δύο δικαιολογίες για όλα όσα μπροστά στα μάτια μου σωριάστηκαν ψελλίζοντάς μου τις αλήθειες που αρνιόμουν να δω.

Άρχισα να κοιμάμαι αρκετούς μήνες μετά για λίγες ώρες, ξυπνώντας και ουρλιάζοντας μέσα στη νύχτα.

Κι εκεί, υπήρχε ο Λευτέρης, που ερχόταν από το διπλανό δωμάτιο, με έπαιρνε αγκαλιά και μου χάιδευε τα μαλλιά.
Κάποιες ανύποπτες στιγμές, σκεφτόμουν πως δεν πρέπει να είμαι τόσο σκάρτη για να αξίζω μια τέτοια ψυχή δίπλα μου.
Κι έπειτα μετάνοιωνα που είχα σκεφτεί κάτι καλό για εμένα και με τιμωρούσα ξανά.

Δεν θα έβγαινα ποτέ από τη μιζέρια μου.
Αν δεν συνέβαινε κάτι τραγικό με την κόρη μου. Κάτι που μου έριξε τόσο δυνατή σφαλιάρα που ήθελα δεν ήθελα, έπρεπε να πάρω αποφάσεις, να τρέξω, να ρωτήσω, να μάθω. Έπρεπε να αναλάβω πρωτοβουλίες, γιατί για το μόνο που δεν θα άντεχα ποτέ να κατηγορηθώ είναι για τις λανθασμένες αποφάσεις που θα άφηνα να πάρει άλλος σε σχέση με τα παιδιά μου.

Η αυτοεκτίμησή μου όμως παρέμενε στον πάτο.
Είχαν περάσει μήνες από την τελευταία φορά που είχαμε βρεθεί με τον Αναστάσιο και οι δύο σε ένα κρεβάτι επάνω, μα το σώμα μου ήταν σε χειμερία νάρκη. Χα! Πολύ ευγενικό αυτό. Για να ακριβολογήσω, νεκρό θα έλεγα.

Κάποια γιορτή στην Αθήνα, λίγο ποτό, όμορφη συντροφιά, κάποιος με πήγε στη θάλασσα ξανά... και μετά σε ένα ξενοδοχείο.
Έφυγα σχεδόν σε κατάσταση υστερίας. Μου ήταν αδιανόητο να με αγγίξει κάποιος άλλος.
Ποιος θα μπορούσε να αντέχει να αγγίξει μια τόσο άσχημη γυναίκα;
Ποιος εκτός από κάποιον που επιθυμούσε παρέα μιας βραδιάς... μα που με αυτή την ανάγκη του με τοποθετούσε αυτό που ήμουν κι αυτό που προσπαθούσα να ξεφύγω: Ένα αντικείμενο πόθου για λίγες ώρες.
Πως θα μπορούσε το κορμί μου να δεχθεί ένα άγγιγμα από κάποιον που μου ήταν άγνωστος, που δεν ένοιωθα τίποτα για εκείνον;
Πως θα βάσταζα να ξαπλώσω σε ένα κορμί που μου ήταν ξένο εντελώς, που δεν χτύπαγε η καρδιά του για μένα;

Ανάγκασα τον εαυτό μου να το επαναλάβει αρκετές φορές. Δυστυχώς όμως ποτέ δεν ήταν η κατάλληλη φορά... Καμμία φορά δεν τα κατάφερα.
Κάθε φορά ήταν και χειρότερη.
Εγώ, που ο έρωτας ήταν το πιο όμορφο κομμάτι της ζωής μου, που ανάσαινα για αυτόν, που ζούσα για αυτόν, έμοιαζε να με αποφεύγει σαν κατάρα.
Δεν ήμουν έτοιμη. Άρχισα να αυτοσαρκάζομαι ως ανέραστη, κάτι που δεν ήταν ψέμματα. Κι έμεινα μακριά.... Από ό,τι θα μπορούσε να με ξυπνήσει από το λήθαργο. Από άντρες που νοιάστηκαν για μένα, από άλλους που με ερωτεύτηκαν παράφορα, από κάποιους που απλά άπλωσαν το χέρι τους να με βοηθήσουν.
Κι έμεινα μακριά κι από τον Έρωτα. Όπως ο Διάολος από το λιβάνι.

Είχα πάρει απόφαση πως αν δεν ήταν κάτι δυνατό για το μυαλό μου, την ψυχή μου και το σώμα μου, θα προτιμούσα να μην ήταν καθόλου.

Το γονάτισμα.

Υπήρξα πάντα πολύ ρομαντική.
Κάτι ανάμεσα σε Άρλεκιν και ρομάντζα άλλων εποχών.
Το να πρέπει να συνεχίσω να ζω χωρίς να έχω κάπου να ανήκω ήταν το πιο δύσκολο για μένα.
Το ότι ρισκάρισα κι έχασα, ήταν λογικό για μένα. Και αποδεκτό.
Μου έμενε τώρα από το γονάτισμα να σηκωθώ στα πόδια μου ξανά, να ισιώσω το κορμί μου και να κάνω το πρώτο βήμα.

Δεν ήθελα όμως.
Κι αυτό έκανε την όποια προσπάθεια τραγική.
Υπήρξε χρόνος που αντί για αίμα είχα αλκοόλ στο σώμα μου. Τόσο που όταν ανάσαινα δεν άντεχα την αναπνοή μου. Είχα σκεπάσει τους καθρέφτες σε όλο το σπίτι.

Φοβόμουν να είμαι νηφάλια.
Είχα περάσει μια κατάθλιψη, ήξερα πως θα ήμουν, δεν ήθελα να ξαναγυρίσω εκεί. Η άβυσσος ήταν τόσο μαύρη που με κατάπινε ολόκληρη χανώντας κι εγώ η ίδια τον εαυτό μου.

Αυτή τη φορά δεν κρύφτηκα πουθενά. Είχα σπρώξει από το μυαλό μου ό,τι είχε συμβεί, είχα κλειδώσει το αίσθημα του εξευτελισμού στο πιο βαθύ μπουντρούμι και υπήρχα. Δεν ζούσα. Απλά υπήρχα.
Έπαψα ξανά να ακούω μουσική. Ό,τι κι αν συνέβαινε στη ζωή μου, αποφάσεις που έπρεπε να παρθούν, καθόμουν και κοιτούσα όλους τους άλλους να κάνουν φασαρία, κι εγώ απουσίαζα.

Δεν είχα μυαλό να συγκεντρωθώ πουθενά.
Κάποιος που εμπιστεύθηκα μα κυρίως κάποιος που ερωτεύθηκα τόσο δυνατά, δεν με είχε βρει ΜΙΑ στιγμή άξια να αγαπηθώ.
Παρόλο που πίστευα πως δεν μπορούσα να περιμένω να με αγαπήσει κάποιος ξένος αφού και η ίδια η μάνα που με γέννησε δεν κατάφερε να με αγαπήσει, υπήρξαν φορές που όταν μου το έλεγε το πίστευα πολύ δυνατά ότι το ένοιωθε.

Έπαψα να κοιμάμαι κι έγινα ίσκιος στα σοκάκια της πόλης.
Δεν ξαναπλησίασα τη θάλασσα για πολύ καιρό, μια από τις μεγαλύτερες αδυναμίες μου...

Με είχα μηδενίσει σε όλα. Υπήρχε μόνο το σώμα μου στον κόσμο που με έβλεπε.
"Ένας άνθρωπος με βλέμμα τρελλού..." μου είπε ο κολλητός μου, ο Βασίλης.
"Μου θυμίζεις την εποχή που ήμουν τίγκα στην άσπρη, έτοιμος να βουτήξω και σε πετρέλαιο για να γλιτώσω...."

Κοιτάζοντας πίσω, βλέπω ανθρώπους που με αγάπησαν πολύ. Γιατί όποιος κι αν με πλησίαζε τότε, γινόμουν αγρίμι και του χυμούσα. Τον πλήγωνα, τον σημάδευα, τον έδιωχνα με όσους τρόπους κι αν ήξερα.
Κι όμως..... Υπήρξαν άνθρωποι που βασανίστηκαν σιωπηλά δίπλα μου, μένοντας αγέρωχοι στην όποια επίθεσή μου.

Βλέπω τον εαυτό μου να προσπαθεί να δραπετεύει από μένα την ίδια. Να ντρέπεται για όσα ένοιωσε και τόλμησε να ομολογήσει.
Ήμουν ένας άνθρωπος που είχε μάθει να γυρίζει όλο του τον κόσμο γύρω από την παρουσία του Αναστάσιου, η διάθεσή μου να εξαρτάται από τη δική του διάθεση, η φοβερή προσπάθεια να εναρμονίσω τη ζωή μου με τη δική του, να ανέχομαι τον κυκλοθυμισμό που με ισοπέδωνε σαν άνθρωπο, να προσπαθώ να ξεπεράσω τις φορές που τα διέγραφε όλα με μια απαλή, αποφασιστική κίνηση κι εγώ απλά επειδή ακριβώς τον αγαπούσα να οφείλω να μπορώ να σεβαστώ την απόφασή του και να συνεχίζω....

Μεταφέρθηκα 3 φορές στο νοσοκομείο με νεύρωση ξανά.
Και τις 3 βγήκα το ίδιο βράδυ, υπογράφοντας και πηγαίνοντας στο πρώτο μπαρ που βρήκα.
Σηκωνόμουν το πρωί και σιχαινόμουν αυτό ακριβώς που η ίδια είχα καταντήσει: Έναν δυστυχισμένο άνθρωπο.

Νομίζω πως τιμωρούσα τον εαυτό μου. Τον είχα ρίξει ζωντανό σε ένα κελί φυλακής που να μην τον βλέπει ο ήλιος.
Τον τιμωρούσα γιατί πίστεψε πως ήμουν μια όμορφη γυναίκα όταν εκείνος με κοίταζε και δεν έβλεπε τα σημάδια στο κορμί μου. Τον τιμωρούσα που ένοιωθα ευτυχισμένη όταν με αντίκρυζε και άστραφτε η ματιά του σαν να βρισκόταν μπροστά στο ομορφότερο άγαλμα που υπήρχε.
Τις φορές που κοίταζα τα μάτια του και μου ψιθύριζε πόσο όμορφη με έβρισκε, πόσο πολύ με αγαπούσε και πόσο πολύ του έλειπα.

Που πίστευα πως είχα δικαίωμα να ελπίζω σε μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή μου και σε ένα μικρό θαύμα.

Και δυστυχώς ήμουν πολύ αυστηρή στην τιμωρία μου.

Με μίσησα.

Λίγο πιο μετά..

....έδωσα τις εξετάσεις μου, παρέα με την αγαπημένη μου Νίκη.
Δεν ήταν εύκολα τα πράγματα όμως μου άρεσε που η φιλία μας είχε δέσει, αποφεύγοντας πολλά πικρά πράγματα, μοιράζοντας σιωπές που μας ομολογούσαν πως δεν χρειάζεται πάντα να μοιράζεσαι με λέξεις τα όσα σε δένουν με έναν άνθρωπο.

Λίγο καιρό πριν τα αποτελέσματα, βγήκαμε να πιούμε μια σοκολάτα, όπως συνηθίζαμε πάντα να κάνουμε.
Εκείνη πιεσμένη από τη δουλειά της πολύ, εγώ να προσπαθώ να κάνω τον κλόουν να γελάσει, μέχρι που κάποιες κοπέλες από την παρέα, ξεκίνησαν το θέμα "Ερωτα".

Κι εκεί, ένοιωσα πως ό,τι κι αν είναι εκεί πάνω, άμα θέλει να παίξει μαζί σου, θα το κάνει σπάζοντας φοβερή πλάκα με την ηλιθιότητά σου.

Η Νίκη είχε γνωρίσει κάποιον, κάποτε, σχεδόν 10 χρόνια πριν, που τον ερωτεύτηκε παράφορα.
Όλα έδειχναν πως ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής της που θα κατέληγε σε γάμο αφού λίγο καιρό μετά αρραβωνιάστηκε με τον αγαπημένο της που ήταν τρυφερός, καλός, γλυκός, ευγενικός αλλά... δεν έπαιρνε τη ζωή στα χέρια του.

Ξαφνικά κάποιον μου θύμισε, και χαμογέλασα λυπημένα, προσπαθώντας να ευχηθώ από μέσα μου να μην είχε πονέσει πολύ η Νίκη.
Ήταν τόσο γλυκιά κοπέλα που θα ήταν κρίμα κάποιος να είχε καταφέρει να πονέσει μια τέτοια ψυχή!

Μετά από λίγο καιρό ο αγαπημένος της αρρώστησε. Μπήκε στο χειρουργείο. Έκανε εγχείρηση.
Κι εκεί μου τελείωσε το οξυγόνο στα πνευμόνια μου.
Βούιζαν τα αυτιά μου και η φωνή μου ούρλιαζε ψιθυριστά πως ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ!
Είπε όσα τράβηξε, όσα συνέβησαν πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το νοσοκομείο.

Κι όταν όλη η αντάρα πέρασε, αφού οι δικοί του δεν την ενέκριναν ούτως ή άλλως εκείνος βρήκε την ευκαιρία να διαλύσει τον αρραβώνα θεωρώντας πως η σχέση τους δεν θα μπορούσε να πάει άλλο.

-Αναστάσιο τον λένε, της είπα χωρίς καμμία ερώτηση.

Με κοίταξε στα μάτια, κι από εκεί και πέρα σιωπήσαμε για πάντα για αυτό το θέμα.

Αυτό που ένοιωθα ήταν ότι η διαίσθησή μου για τη Νίκη είχε βγει σωστή.
Ένοιωθα πολύ κοντά της κι είναι παράξενο για μένα που όλες οι γυναίκες, ακόμα και πανέμορφες γυναικάρες που δεν έχουν κανένα λόγο, με βλέπουν ανταγωνιστικά.
Τώρα είχα μάθει το λόγο που με τη Νίκη δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο.
Που νοιώσαμε ξαφνικά η μία αδελφή ψυχή της άλλης...

Από την άλλη, ένοιωθα ακόμα μια φορά βιασμένη. Που εκείνος δεν με προστάτεψε. Δεν μου είπε την αλήθεια. Δεν με προφύλαξε ενώ ήξερε.
Διακριτικά βγήκε από το πεδίο αφήνοντάς με να φάω τα μούτρα μου αντιμετωπίζοντας εκπλήξεις γιατί δεν είχε το θάρρος να μου μιλήσει.

Ξέρω ότι με θεωρούσε πολύ πιο δυνατή από εκείνον.
Η ανάγκη μου να δείχνω πως είμαι αδύναμη είχε να κάνει με τη δική του παρουσία.
Όσο έδειχνα αδύναμη, μπορούσα να του δίνω το χώρο να με φροντίζει. Έτσι πίστευα εγώ. Όχι όμως κι εκείνος.

Ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που έχουν μοιραστεί πολλά, στις δύσκολες, κι εννοώ στις πραγματικά δύσκολες στιγμές δεν νομίζω ότι χωράνε χωρισμοί, εγωισμοί ή βαριά λόγια.
Με κάποιον που έχεις μοιραστεί τους φόβους σου, τις πιο κρυφές σου σκέψεις, όταν τον βλέπεις πως έχει ανάγκη ένα χέρι, του το προσφέρεις.

Αλλά.... έτσι ήμουν εγώ, όχι οι άλλοι.

Κι όταν απλά γύρισα να αναπολήσω το παρελθόν μας, είδα ότι πάντα μόνη ήμουν. Στα πολύ δύσκολα, εντελώς μόνη.

Ποτέ δεν έκανε άκρη τα όσα αρνητικά ίσως ένοιωθε να πει "Για χάρη του παλιού καλού καιρού...."

Κι εκεί νομίζω ότι φαίνεται η εκτίμηση, ο σεβασμός και η κατανόηση των ανθρώπων μεταξύ τους.
Κυρίως όμως, εκεί ακριβώς, στο άπλωμα του χεριού κάνοντας υπέρβαση στα όσα έχουν συμβεί, δείχνει τι πραγματικά έχεις μοιραστεί με κάποιον...

Η επιστροφή και η απόδραση.

Κάποια στιγμή επέστρεψαν από την Αθήνα.
Κι όλα συνεχίστηκαν από εκεί που έμειναν. Σχολούσε, με έπαιρνε τηλέφωνο, μου έστελνε μηνύματα.....
Έτσι τουλάχιστον φαινόταν.

Κάποια ανύποπτη στιγμή, άκουσα την αξιοπρέπειά μου να τσακίζεται.
Ένοιωθα πως είχα πέσει πολύ χαμηλά. Τόσο χαμηλά που δεν αξίζει σε ανθρώπινη ύπαρξη.

Δεν έχει να κάνει με εγωισμό ή υπερηφάνεια. Αλλά με την αίσθηση πως παύεις να είσαι ανθρώπινο πλάσμα.

Κι εμένα η διαπίστωση αυτή με ξεκούφανε.
Μέχρι που σε ένα τηλεφώνημα, εκείνος έβρισκε δικαιολογίες για να μη με δει, εγώ δικαιολογίες για να φύγω.

Ήταν η πρώτη φορά που ήθελα πραγματικά να φύγω.
Κι ήταν η πρώτη φορά, που επιθυμούσα όσο τίποτα άλλο να μείνει μακριά μου.

Κι έτσι απλά, δήλωσα πως κουράστηκα. Πως δεν μπορώ άλλο.
Δήλωνα πως όλο αυτό δεν μου άξιζε.
Κι έφυγα.

Χωρίς δράματα, θυμό ή νεύρα. Μόνο πίκρα.

Πάντα τιμώ τους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή μου. Και πάντα για όσους με τίμησαν με την παρουσία τους, εύχομαι νάναι καλά.

Παρά το γεγονός πως δεν ήταν δυνατόν να μείνουμε φίλοι εμείς, από ανθρωπιά ένα Γεια θα τόλεγα. Όμως τίποτα άλλο.
Υπήρχαν πράγματα που μας ένωναν δυνατά, ίσως κατάφερνα κι εγώ να προσποιηθώ πως δεν υπάρχουν κι έτσι να απολαύσω την απόσταση ανάμεσά μας.

Μέχρι που το τηλεφώνημα ενός φίλου με έφερε στην πιο δύσκολη θέση που είχα έρθει ποτέ.
Έπρεπε να μεσολαβήσω για να έρθουν σε επικοινωνία, και η αλήθεια είναι πως αντιστάθηκα όσο πιο δυνατά μπορούσα. Τόσο δυνατά που γέννησα υποψίες, υποψίες που με λύγισαν, και αναγκάστηκα να δεχτώ τον αριθμό που είχα σβήσει από το κινητό μου και να του στείλω μήνυμα ότι τον ψάχνουν.

Οι απαντήσεις που μου έδινε με παρέπεμπαν για μια ακόμη φορά σε έναν άνθρωπο εγκλωβισμένο. Μπορεί να ήθελα την απόσταση ανάμεσά μας μα ήθελα να είναι καλά και όχι τόσο μελαγχολικός.
Του πρότεινα να τον βοηθήσω, αν μπορώ....

"Ξέχασέ με... Γύρισε στην οικογένειά σου ψυχή τε και σώματι. Κράτα ό,τι όμορφο έχεις από μένα και προχώρησε."

Ποτέ δεν κατάλαβα αυτή τη στάση.

Δεν γύριζα. Απλά ήμουν εκεί απλά και ανθρώπινα.
Κι όταν αργότερα έγινε πιο κακός και ζήτησα να μιλήσουμε στο τηλέφωνο προσπαθώντας να καταλάβω τι είχε γίνει, ήρθε η αλήθεια που του ήταν τόσα χρόνια δύσκολο να μου ομολογήσει:

-Γιατί όλο αυτό το θέατρο;
-Δεν ξέρω.
-Για ποιον; Για σένα; Για μένα; Για εκείνη;
-Σε όλους.
-Τι κατάλαβες;
-Τίποτα.
-Αυτό μόνο έχεις να μου πεις; Πως όλα ήταν ένα θέατρο; Πως δεν ένοιωσες τίποτα; Σου είναι τόσο δύσκολο να αφήσεις κάτι να τελειώσει χωρίς να το διαγράψεις;

-Δεν σ'αγαπώ.
-Νάσαι καλά.......

Κι ακόμα εύχομαι νάσαι καλά.....

Εγώ δεν διαγράφω. Δεν έχω μάθει έτσι.
Δεν εξορίζω ανθρώπους από τη ζωή μου.

Ελπίζω μια μέρα να καταφέρεις να πεισθείς πως ό,τι δεν βλέπεις, ό,τι δεν ξέρεις, ό,τι δεν ζεις...... σημαίνει πως δεν υπάρχει κιόλας.

Όλου του κόσμου τα καλά......αρκεί να είσαι μακριά μου.

Λίγες ανάσες πριν το τερματισμό

Κι έφυγε για την Αθήνα, αφήνοντάς με πίσω χαμένη εντελώς.
Μάλλον όχι ακριβώς χαμένη. Περπατούσα σε μια αόρατη, ψιλή γραμμή ανάμεσα σε λογική και τρέλα.
Τις πρώτες μέρες πίστευα πως τίποτα από όλα αυτά δεν είχαν συμβεί.
Κυρίως, πως δεν μου είχε πει ψέμματα. Ήταν αδύνατον να μου είχε πει για άλλη μια φορά ψέμματα.

Μόλις μου περνούσε από το μυαλό η αληθινή πραγματικότητα, σφιγγόταν το στομάχι μου κι έκλεινα ερμητικά τα μάτια της λογικής μου.

Υποκρινόμουν.

Θυμάμαι πριν φύγει για την Αθήνα και κλείσει πίσω του την πόρτα τον ρώτησα: "Να περιμένω;"

Δεν ξέρω τι πέρναγε από το μυαλό μου εκείνη τη στιγμή.
Ίσως ήθελα να ανατρέψω αυτό που είχα κάνει λίγες ώρες πριν: Τον είχα χρησιμοποιήσει. Κάτι που δεν γνώριζα ότι το έκανα εκείνη τη στιγμή.
Ήρθε να το συνειδητοποιήσω κάποια στιγμή εντελώς άσχετη.
Εμφανίστηκε από το πουθενά και μπήκε άλλο ένα κομμάτι του παζλ στη θέση του.

Μιλήσαμε κάποιες φορές στο τηλέφωνο, όπου παραδεχόταν πως μ'αγαπούσε, πως του έλειπα.
Κι όλες τις μέρες ο θυμός έβρισκε τη θέση του στον πάτο και καταλάγιαζε. Έμενε μόνο μια πικρή γεύση στο στόμα.

Μόλις πίστευα τα όσα έλεγε, σκεφτόμουν εκείνη. Στα πόσα ψέμματα έχτιζε τον κόσμο της, έφερνε στη ζωή ένα μωρό, σχεδίαζε το μέλλον τους.

Μόλις συνειδητοποιούσα το ψέμμα του σκεφτόμουν πως αν είχα περάσει στο παρελθόν τη γραμμή της λογικής, τότε που πάσχιζα να μην χάσω τα παιδιά μου, θα ήμουν φυλακή.

Ή θα είχα καταφέρει να κάνω το επόμενο βήμα από την ταράτσα εκείνο το βράδυ που πάσχιζα να πείσω τον εαυτό μου πως θα ήταν για το καλό όλων.

Τι ηλίθια που ήμουν τελικά.....

Η αρχή του τέλους

Κι άρχισαν τα "επαγγελματικά ταξίδια".....
Αλλά δεν ήθελε να βρεθούμε όταν πήγαινε ή όταν γύριζε. "Δεν ήταν μόνος"....

Κι ήταν η απλή επιβεβαίωση ότι κάτι συνέβαινε.
Μα τούτη τη φορά, στρώθηκα στη γωνιά μου κι απλά περίμενα.
Ήξερα μέσα μου ότι αργά ή γρήγορα η αλήθεια θα φανερωθεί.
Δεν ήξερα τι αλήθεια ήταν αυτή. Μα όπως είχε αποδείξει ο χρόνος, με αγαπούσε και πάντα μου φανερωνόταν όσο κι αν εκείνος προσπαθούσε να την καλύψει.

Λες και η αλήθεια είχε κάνει συμμαχία μαζί μου, κρυφά, και μούλεγε πως αν έχω λίγο υπομονή, θα έρθει να με βρει.

Κάποια μέρα αρρώστησα. Είχα 39 πυρετό και το μεσημέρι που με πήρε τηλέφωνο το κατάλαβε από τη φωνή μου.
Με ενημέρωσε πως θα πήγαινε Αθήνα για δουλειές και πως μάλλον δεν θα πήγαινε μόνος γιαυτό και δεν γινόταν να συναντηθούμε.

Η σκέψη μου πήγαινε στην υγεία του. Κάτι είχε και μου το έκρυβε έλεγα. Δεν ήθελα να φανώ αδιάκριτη, μα όταν άκουσα πως θα ξαναπήγαινε Αθήνα τον ρώτησα αν είναι καλά κι επέμενα σε μια αληθινή απάντηση.
Όταν με βεβαίωσε πως όλα ήταν εντάξει, αυθόρμητα για μια ακόμη φορά τον ρώτησα:

"Είναι έγκυος;"

Στην αρχή δεν μου απάντησε.

Είναι από εκείνες τις φορές που η σιωπή σε ξεκουφαίνει ως απάντηση.
Που ό,τι κι αν πει μετά ο άλλος, αυτή η απάντηση που δεν έχεις ακούσει δεν αλλάζει.

"Ουυυυυυυυυυ......τώωωωωωωωρα....."
"Τι εννοείς;"
"Αυτές τις μέρες πάμε Αθήνα, γιατί γεννάει......"

Όσο κι αν πω ότι το περίμενα... σοκαρίστηκα.
Κι αισθάνθηκα εντελώς γελοία...
Έκλεισα το τηλέφωνο γιατί φοβήθηκα του τι θα πω. Όσα σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή να πω δεν θα τιμούσαν ούτε εμένα ούτε το τι είχα νοιώσει για εκείνον.

Η επόμενη αντίδρασή μου, που θα μου μείνει αξέχαστη ήταν η ναυτία που ένοιωσα.
Έμεινα στο μπάνιο σχεδόν μέχρι το απόγευμα. Μπούχτισα από αηδία....

Όταν του έστειλα το απόγευμα ένα sms που έλεγε "Γιατί τόσο θέατρο; Γιατί τόσα ψέμματα; Η αλήθεια αρκούσε....", επέμενε πως τίποτα από όσα μου είπε ή όσα έκανε για εμάς δεν ήταν θέατρο.
Εντάξει, οι πράξεις του κραύγαζαν για το αντίθετο αλλά δεν είπα ποτέ πως δεν ήταν καλός στα λόγια.....

Του ζήτησα μια εξήγηση. Που όφειλε να μου τη δώσει κοιτώντας με στα μάτια.
Και παρά το γεγονός ότι στοιχημάτιζα το κεφάλι μου ότι δεν θα έβρισκε το κουράγιο να το κάνει, με εξέπληξε.

Ήρθε απέναντί μου, για να μου πει πως δεν το ήθελε......πως έγινε κατά λάθος....πως δεν μπορούσε να μου το πει τόσο καιρό.... πως δεν μου είχε πει κανένα ψέμμα, πως με αγαπούσε, πως με ήθελε....πως πραγματικά σκεφτόταν μέλλον για εμάς......
Κι εγώ καθόμουν όρθια, και τον κοίταζα που με κοιτούσε και δεν ήξερα ποιον να λυπηθώ. Εμένα, εκείνον ή εκείνη;
Μάτωνε η καρδιά μου κι εγώ προσπαθούσα να αγκαλιάσω τον εαυτό μου να τον προστατέψω από εμένα την ίδια. Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;

Κοίταζα τα μάτια του που μου φώναζαν πως έλεγε αλήθεια. Ή έτσι το φανταζόμουν εγώ. Ίσως αυτό ήθελα να πιστέψω: Ότι μου έλεγε αλήθεια.
Μα ήθελα να ουρλιάξω να φύγει από μπροστά μου. Να χαθεί από τα μάτια μου.
Γιατί δεν κατάλαβε ούτε για μία στιγμή τι μου είχε κάνει.

Δεν κατάλαβε τις άυπνες νύχτες μου όταν ένοιωθα ένοχη γιατί τον αποξένωνα από τη γυναίκα του.
Τις φριχτές τύψεις μου όταν μου έλεγε πως κοιμόταν στον καναπέ γιατί δεν μπορούσε να κοιμηθεί με καμμία άλλη που δεν είχε το σώμα μου, τα χάδια μου, τα χείλη μου, τα μάτια μου....

Δεν κατάλαβε πόσο γελοία ένοιωσα όταν θυμήθηκα τις προσπάθειές μου να έρθει πιο κοντά της. Γιατί είχαν ένα παιδί, γιατί εκείνη δεν έφταιγε σε τίποτα, γιατί την είχε ήδη πληγώσει εξαιτίας μου, γιατί εκείνη πίστευε πως έχει μια οικογένεια μαζί του, κι εκείνος κάθε βράδυ την αρνιόταν γιατί υπήρχα εγώ στη ζωή του.

Ένοιωθα γελοία γιατί πήρα το ρόλο μια γυναίκας που τον έσπρωχνε στην αγκαλιά της γυναίκας του. Κι ήξερα πως αν μια μέρα τα καταφέρω, τότε η θέση που είχα θα έκλεινε οριστικά.

Κι εκείνος στεκόταν απέναντί μου, και επέμενε πως δεν μπορούσε.....

Πόσο πρέπει να γελούσε όταν του έλεγα να της πάρει λουλούδια ένα μεσημέρι σαν θα γυρίσει σπίτι.....!
Ή όταν του έλεγα να της κάνει έκπληξη και να την πάει μια βόλτα κάπου που δεν είχαν ξαναπάει....!
Πόσο ηλίθια θα πρέπει να με πέρναγε όταν του έλεγα πως ο γάμος του είναι σημαντικός για μένα. Κι ευχόμουν να σταματούσε να μου λέει πως δεν θέλει να κάνει καμμία προσπάθεια.....!

Και δήλωνα από την ίδια μου τη ζωή απούσα για να μην ζηλεύει και να μην πονάει....

Πόσο χαζή θα με πέρναγε....!

Γιατί δεν με θεώρησε ποτέ άξια να κάνω εγώ την επιλογή αν ήθελα να μείνω ή να φύγω;
Γιατί δεν πίστεψε πως μπορεί να χαιρόμουν με την αλήθεια;

Η Βροχή


Στο δρόμο για τη δουλειά, σε είδα να έρχεσαι από μακριά...
Ξένοι μέσα στην ίδια πόλη, με αντίθετη κατεύθυνση..
Όπως πάντα...σε αντίθετη κατεύθυνση.

Και στο φανάρι, άρχισε να ψιχαλίζει.
Και ξέρω πως με σκεφτόσουν. Το ένοιωθα.
Γιαυτό αγαπώ τη βροχή μάλλον.
Γιατί κάθε φορά θα μου θυμίζει εσένα.
Και κάθε φορά που θα προσπαθείς να με ξεχάσεις θα υπάρχει η βροχή να με θυμίζει.

Να θυμίζει και στους δύο μας, πως για μια στιγμή συναντηθήκαμε, έστω για λίγο.

Τη δική μου πορεία, τη σταμάτησε ένα παρμπρίζ αυτοκινήτου.
Έτσι αυτοκτόνησα......

"Κατεβαίνοντας εκείνη τη σκοτεινή σκάλα έλεγα "φεύγω!", μ'ανακούφιση. Είναι πάνω από χρόνος τώρα που έχω να σε δω κι όλο με τρόμο ανακαλύπτω πως δεν φεύγω. Σα σκάλα κυλιόμενη με αντίθετη προς το βηματισμό μου φορά ήταν εκείνη. Απίθανη σκάλα που δεν κατεβαίνει. Φεύγω, φεύγω κι όλο μένω στο ίδιο μέρος. Σ'εσένα. Είναι φορές που τον άλλο τον βρίσκουμε φεύγοντας μακριά του και σε μένα φαίνεται μου έλαχε αυτή η κατάρα και βασανίζομαι. Αναρωτιέμαι αν αυτό συμβαίνει και σε σένα κι είμαι σίγουρος πως όχι.

Εσύ στ'αλήθεια έφυγες φεύγοντας. "
Μάρω Βαμβουνάκη


ΥΣ. Ευχαριστώ το Λύσιππο για τη φώτο.

Αίσθηση

Παρά την όμορφη συμπεριφορά του μετά από ό,τι συνέβει η αίσθηση που είχα ότι κάτι πάει στραβά, κάτι μου κρύβει, δεν έφυγε.
Την κουβαλούσα για μήνες...

Η πιο γλυκιά του κίνηση ήταν στα γενέθλιά μου...
Βγαίνοντας από το σπίτι για να πάω για ψώνια, τον είδα ντροπαλό, μαζεμένο να παλεύει να κάνει το πρώτο βήμα, έξω από το γραμματοκιβώτιό μου.
Τελικά παρέδωσε στα χέρια μου ένα φάκελο...
Ένα φάκελλο από χαρτί, πιασμένος με συρραπτικό που φαινόταν ότι τελείωσε γρήγορα κι είχε μέσα ένα ταλαιπωρημένο τριανταφυλλάκι κομμένο μάλλον από το προηγούμενο βράδυ και φυλακισμένο κάπου για να μην βρεθεί από κανέναν.

Η εικόνα του να κλέβει βράδυ από τον δικό του κήπο ένα τριαντάφυλλο, και να το κρύβει για να μου το χαρίσει ήταν και αυτή που μου χάριζε χαμόγελα για πολύ καιρό μετά...

Το πιο ακριβό μου δώρο....

Το μοναδικό του δώρο σε μένα......

Το μετά

Ήταν τόσο κρύο όσο το τότε.
Είχαμε ψυχρανθεί μα δεν σκόπευα να κάνω κάτι γιαυτό.
Εκείνος ρωτούσε με μηνύματα τι κάνω, μου έστελνε την καλημέρα του, κι εγώ έβρισκα καταφύγιο στη δουλειά, ξεχνιόμουν και δεν πονούσα.

Ήξερα πως μου έκρυβε κάτι αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί!

Κάποια μέρα, πέρασε από τη δουλειά. Δεν πρόλαβα να τον δω και γιαυτό δεν τον πίστεψα στην αρχή, μα εκείνος που έβλεπε και θυμόταν την παραμικρή λεπτομέρεια μου περιέγραψε μέχρι και με ποιον μίλαγα και τι έλεγα....
Έτσι αρχίσαμε να ξαναμιλάμε, εκείνος να είναι ξανά τρυφερός, να προσπαθεί να με πείσει να ξεχάσουμε το ατυχές ραντεβού, να ξανασυναντηθούμε, να είμαστε όπως παλιά...

Μου είπε να τον παίρνω το πρωί ξανά και ξανά αλλά....μετά τις 9.
Μα μετά τις 9 ήταν στο μαγαζί πως θα μου μιλούσε;
Και γιατί όχι πιο νωρίς;
Γιατί ο κόσμος ήταν σπίτι...
Γιατί ο κόσμος ήταν σπίτι αφού έφευγε για δουλειά πριν από αυτόν.....;;;;
Και γιατί ο κόσμος πήγαινε αραιά και που στην Αθήνα.....μόνος του;
Ποτέ δεν τον άφηνε μόνο του πίσω και ποτέ δεν άφηνε τη μικρή σε ξένα χέρια γιατί ήταν ζωηρή και δεν καθόταν.....
Γιατί πεθύμησε τα ξαδέρφια.....
Πως γίνεται να στερείται τη βόλτα ένα Σάββατο βράδυ γιατί η μικρή δεν κάθεται αλλά να πηγαίνει ταξίδι στην Αθήνα και να τα αφήνει όλα πίσω της;
Μήπως ήταν έγκυος;
Τρελλή είσαι; Είμαστε τώρα για τέτοια;

Και περνούσαν οι μέρες, μα η διαίσθηση εκεί.....κολλημένη...
Κι εκείνος να θέλει να συναντιόμαστε, να είμαστε μαζί, να ονειρεύεται μέλλον, να σχεδιάζει τα βράδια μας, να μου μιλάει.....να μου λέει......να μου υπόσχεται.....

Αχ, αυτές οι υποσχέσεις.....
Ούτε μία δεν κράτησε.....ούτε μία.
Δεν μου έλειψαν τα δώρα που υποσχέθηκε. Ούτε το τι θα έκανε.
Δεν έψαξα τα ταξίδια που θα με πήγαινε. Ούτε το ότι δεν ξεκουραζόταν ποτέ.
Έψαχνα εκείνη που μου υποσχέθηκε και που πρώτη πρώτη δεν κράτησε: "Ποτέ ξανά ψέμματα..Πάντα την αλήθεια. Ό,τι κι αν κοστίσει."

Κι όσο πολεμούσα τον εαυτό μου, την διαίσθησή μου και πίεζα το μυαλό μου να ακολουθεί την καρδιά μου, γινόμουν μια ξένη στο ίδιο μου το σπίτι.
Δεν ήθελα να ζηλεύει, δεν ήθελα να πονάει.
Ήθελα να είναι σίγουρος για μένα.
Ήθελα να ξέρει πως όταν αγαπώ, δίνομαι ολοκληρωτικά. Μόνο σε εκείνον που προσφέρω την καρδιά μου.
Έτσι ήταν ζήτημα χρόνου, να μετακομίσω στον καναπέ, και να δώσω τη χαριστική βολή στο γάμο μου.

Υπήρχα μα ήμουν απούσα.
Κι όταν πια ρωτούσε, εμμέσως πλην σαφώς, όλες μου οι απαντήσεις ήταν απαντήσεις που εκείνον τον ηρεμούσαν και τον επιβεβαίωναν κι εμένα με άφηναν να νοιώθω ένοχη και να με καταδικάζω με την εσχάτη των ποινών για μένα: Να ζω με τις τύψεις για ένα λάθος που δεν ήθελα να διορθώσω.

Ο γυρισμός

Το ταξίδι ήταν μακρύτερο από ό,τι το φανταζόμουν.
Νύσταζα...ήμουν κυριολεκτικά ένα πτώμα.

Στο δρόμο έκανα στάσεις, λούστηκα με νερό, έβαλα δυνατά τη μουσική, κάπνιζα αλλά ήμουν ήρεμη.
Δηλαδή ήμουν όσο δεν σκεφτόμουν.
Λίγο πριν κλείσω το κινητό, εκείνο χτύπησε....

Ήταν ο κολλητός μου....
Διαισθανόταν ότι δεν είμαι καλά και πήρε να μάθει αν όλα ήταν εντάξει.
Μόλις κλείσαμε, κατέρρευσα....

Σταμάτησα σε ένα πάρκινγκ, προσπαθώντας να ηρεμήσω.
Ήξερα μέσα μου πως αν δεν σκοτωθώ εκείνη τη νύχτα, δεν θα σκοτωθώ ποτέ από αυτοκίνητο.

Ξεκινώντας ξανά το ταξίδι, για καλή μου τύχη, συνάντησα ένα φορτηγό.
Όλη η πίσω μεριά του είχε χρωματιστά λαμπάκια, και τα στοπ του ήταν τεράστια.
Για κάποιο λόγο ένοιωσα ασφαλής και μειώνοντας λίγο ταχύτητα, πήγαινα πίσω του.
Μου άναψε το φλας να περάσω, μου έκανε νόημα με το χέρι, αλλά εγώ ξεροκέφαλη, εκεί......Σταθερά πίσω του.

Στο επόμενο πάρκινγκ σταμάτησε και σταμάτησα κι εγώ.
Στην αρχή φοβήθηκα όπως πλησίασε κι άρχισε να φωνάζει..Μόλις όμως πλησίασε αρκετά κοντά, μάλλον η φάτσα μου ήταν αρκετά περιγραφική και χαμήλωσε απότομα τον τόνο της φωνής του.
Έφερε ένα θερμός, ένα πλαστικό ποτήρι και με κέρασε από τον καφέ του.

Δεν μου είπε λέξη.... Ήμουν πολύ κουρασμένη. Τόσο που δεν μπορούσα καν να του μιλήσω.
Μου είπε πως θα πήγαινε μπροστά, μα αν αισθανόμουν πως νυστάζω πολύ, να του έκανα σινιάλο με τα φώτα να σταματήσει για να με βοηθήσει.
Δεν χρειάστηκε όμως....
Ό,τι κι αν σκέφτηκα εκείνο το βράδυ, ό,τι κι αν ένοιωσα μπορούν να περιγραφούν μόνο με μια φράση: Υπερβολικά πολύ.

Λίγο πριν την πόλη μου του έκανα σινιάλο, σταμάτησε και κατεβήκαμε.
Το μόνο που μπόρεσα να κάνω είναι να τον αγκαλιάσω και να του ψιθυρίσω ένα "Ευχαριστώ".....

Μόλις είχε ξημερώσει....

Ένα ταξίδι τελείωνε.
Είχα χρειαστεί 2.5 ώρες να πάω....
Και για να γυρίσω έκανα 6.5 ώρες.

Άνοιξα το κινητό για να ειδοποιήσω να μου ξεκλειδώσουν την πόρτα.
Τόσο σίγουρη ήμουν όταν έφευγα....

Ξάπλωσα στο κρεβάτι, κοιτώντας το ταβάνι.

"Που είσαι; Ξύπνησα και δεν σε βρήκα δίπλα μου..."
"Σπίτι μου.... Κάποιος έπρεπε να τελειώσει αυτό το θέατρο....."

Μετά από μέρες αναρωτιόταν αν εκείνο το βράδυ, στο κρεβάτι κοιμήθηκα μόνη.....

Οι λεπτομέρειες

Δύο μέρες πριν φύγω για την Αθήνα, αρρώστησε η μικρή μου.
Δύο νύχτες ξαγρύπνησα δίπλα της κι όταν αποφάσισα πως δεν θα μπορούσε να πάω να δώσω εξετάσεις, εκείνη καλυτέρευσε κι έτσι η απόφαση αναβλήθηκε.

Σηκώθηκα ξημερώματα να ταξιδέψω , έφτασα ακριβώς στην ώρα μου για να μπω να γράψω και όταν τελείωσα μου είχε στείλει μήνυμα πως με περιμένει λίγο πιο κάτω.
Είχε ταξιδέψει κι αυτός μέσα στη νύχτα, είχαμε μιλήσει λίγο στο τηλέφωνο και κανονίσαμε να τα πούμε όταν έβγαινα από τις εξετάσεις.

΄Ετρεξα στην μικρή πλατεία που με περίμενε. Καθόταν στο παγκάκι κοιτάζοντας βαριεστημένα τριγύρω του και συγκρατήθηκα όπως μπορούσα για να μην τρέξω κοντά του.

Κι εκεί άρχισε η διαίσθηση να μου χτυπάει δυνατά την πόρτα του μυαλού μου και να με διατάζει να ξυπνήσω!
Με είδε, μου είπε ένα γεια.....και τίποτα άλλο....
Δεν χαμογέλασε, δεν χάρηκε, δεν ενθουσιάστηκε....Δεν είδα καμμία έκφραση στο πρόσωπό του....και πήραμε το δρόμο να βρούμε που είχα παρκάρει...

Πήγαμε να πιούμε έναν καφέ, εγώ κι αυτός.
Δηλαδή έτσι φαινόταν.
Εγώ είχα την αίσθηση πως ήταν κι άλλος μεταξύ μας. Κάποιος αόρατος επισκέπτης που τον έβαζε στη θέση να είναι μεν ευγενικός απέναντί μου αλλά τυπικός.

Πήγαμε στο ξενοδοχείο, αφήσαμε τα πράγματα, μιλήσαμε λίγο αλλά ό,τι κι αν έκανα το κλίμα δεν μπορούσα να το ελαφρύνω.
Κάτι είχε αλλά δεν είχε την ειλικρίνεια να μου το παραδεχτεί και δεν έμενε σε μένα να κάνω τίποτα από το περιμένω. Μετά από λίγο είχε έρθει η ώρα εγώ να φύγω για να έχω άλλοθι. Εκείνος έπρεπε να πάει για δουλειά.
Έφυγα και συναντήθηκα με φίλους με μια πικρή γεύση στο στόμα...

Ήταν η πρώτη φορά που ήθελα να βρεθώ μακριά του.
Αποχαιρετώντας τους φίλους έπρεπε να πάρω το μετρό να κατέβω δύο στάσεις πιο κάτω και να ξαναγυρίσω.
Μου έστειλε μήνυμα:

"Σε περιμένω... θα αργήσεις;"

Δεν ξέρω γιατί, μάλλον γιατί έχω την τάση πάντα να χτυπάω τη γροθιά στο μαχαίρι απάντησα:

"Είσαι σίγουρος πως θέλω να έρθω......;"

"Ναι....Μην αργείς"

Και πήγα.... Όταν έφτασα ήταν λίγο πιο ήρεμος, αλλά ακόμα πιο απόμακρος. Δεν ήθελε να μου πει ακόμα τι έχει.
Πήγαμε για φαγητό, κι όταν η διάθεσή του έγινε λίγο πιο χειρότερη, σχεδόν βίδωσα τον εαυτό μου στην καρέκλα για να μη σηκωθεί να φύγει!

Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο, ξάπλωσα κι έκλεισα για λίγο τα μάτια κι όταν τα άνοιξα πάλι εκείνος είχε αποκοιμηθεί.

Μάζεψα αθόρυβα τα πράγματά μου, κι έκλεισα την πόρτα απαλά πίσω μου.
Κατέβηκα στο παρκινγκ ατάραχη, πήρα το αμάξι και σκεφτόμουν που να πάω!
Ήταν περασμένες 12, οι φίλοι που είχαν προσφερθεί να με φιλοξενήσουν είχαν ακούσει χίλιες δύο δικαιολογίες, δεν γινόταν να τους ενοχλήσω.....
Πήγα στον Πειραιά.... στη θάλασσα, που αλλού;
Κι όταν αναρωτήθηκα που ήθελα πραγματικά να πάω, η απάντηση ήταν "ΣΠΙΤΙ!"

Ναι....η αλήθεια ήταν ότι ήθελα να φύγω μακριά του.
Μια αλήθεια που με πόνεσε, με πλήγωσε και που αρνήθηκα να την δεχτώ αμέσως.

Έτσι ξεκίνησα το δρόμο του γυρισμού...

Το ραντεβού

Και μετά από βράδυα αξημέρωτα να συζητάμε τις λεπτομέρειες για το ραντεβού μας, να προσπαθούμε να διοργανώσουμε τα πάντα στην εντέλεια, να βρούμε ψέμματα, δικαιολογίες, την ίδια ημερομηνία έφτασε εκείνη η ώρα......

[.....]"-Κι αυτό θα είναι το πρώτο μας επίσημο ραντεβού;"ρώτησε εκείνη με αγωνία...
"-Φυσικά μωρό μου....αυτό ακριβώς θα είναι" απάντησε εκείνος.....
Κι εκείνη ετοίμασε την καλύτερή της διάθεση, τα πιο ρομαντικά της συναισθήματα.

Το περίμενε καιρό αυτό το ραντεβού, όπου επιτέλους θα της δινόταν ο χρόνος να ζήσει μαζί του τα τόσα μικρά απλά καθημερινά πράγματα που κάποιοι τα έχουν δεδομένα μα για εκείνους ήταν ακόμα μια εξαίρεση στη ζωή τους.
Διάλεξε τα καλύτερά της ρούχα για να γίνει όμορφη για εκείνον, έκρυψε ένα κερί αρωματικό στην τσάντα της ώστε όταν βρεθούν μόνοι να κάνει ακόμα πιο ρομαντική την ατμόσφαιρα, έβαλε και το δώρο των γενεθλίων του για να μπορέσει να του δώσει μιας και είχαν περάσει πάνω από 20 μέρες που γιόρτασε μα δεν είχαν καταφέρει να βρεθούν για να του το δώσει.
Κοιμόταν και φανταζόταν όλα όσα ήθελε να περάσει μαζί του σε εκείνο το ραντεβού.
Μια βόλτα στη θάλασσα οι δυό τους, να περπατάνε χέρι χέρι κι εκείνος να την κοιτάζει τρυφερά στα μάτια. Θα της έλεγε για τα καινούρια του όνειρα, για όλα όσα σχεδίαζε να κάνει, θα της μιλούσε για τον καιρό που ήταν χώρια, για όσα πέρασε, για όσα λάθη κατάφεραν να ξεπεράσουν στον ένα χρόνο που το πάλευαν.
Θα την κερνούσε εκείνον τον καφέ, που είχε καθυστερήσει 3 χρόνια και θα γελούσαν κάνοντας τους άλλους να τους κοιτάζουν με απορία, μα μόνο οι δύο τους θα ήξεραν το γιατί. Θα περπατούσαν αγκαλιά στην πόλη, κι εκείνος θα την πρόσεχε μην την χτυπήσουν τα αυτοκίνητα κάνοντάς την για μια ακόμη φορά να νοιώθει εύθραυστη, βάζοντας εκείνον στη θέση του ιππότη που θα την προστατεύει πάντα.
Εκείνος θα κανόνιζε πως θα κυλήσει η μέρα τους, κι εκείνη θα ακολουθούσε πανευτυχής που ο καλός της είχε την ίδια αγωνία να περάσουν μαζί όσο το δυνατόν πιο όμορφα. Θα περπατούσαν ερωτευμένοι και το φόντο θα είχε δένδρα, πουλιά, κάτι σαν πίνακας ζωγραφικής, μια ανάμνηση ζωγραφισμένη τέλεια για τις δύσκολες μέρες που ίσως ακολουθούσαν.
Κάτι που τα βράδυα θα έδινε μια νότα αισιοδοξίας όταν η διάθεση θα έπαιρνε τα κάτω της, που θα έκανε και τους δύο να αναζητούν ένα ραντεβού ξανά....και ξανά....Θα πήγαιναν για φαγητό κι εκείνος δεν θα σταματούσε να τη χαιδεύει, να την αγκαλιάζει τρυφερά, δείχνοντας πόσο πολύ δικιά του τη νοιώθει..
Κι εκείνη θα τον τάιζε τρυφερά στο στόμα, κάνοντά τον για μια ακόμη φορά παιδί, ένα παιδί που κάποιος το αγαπά, το νοιάζεται και το φροντίζει...

Κι όταν θα βρίσκονταν μόνοι......αχ...ποιο χρώμα μπορεί να ζωγραφίσει τον έρωτα; Κι αν κάποιο αρχίζει, κανένα δεν μπορεί να τον τελειώσει.Ποιο χρώμα είναι τόσο όμορφο ώστε να ζωγραφίσει τις λέξεις που λένε χείλη ερωτευμένα, χείλη που διψάνε για φιλιά, σώματα ζαλισμένα από τον πόθο, που αντιδρούν με πάθος, σώματα που στο τέλος επιβεβαιώνουν τον έρωτα σαν πράξη σε όλο του το μεγαλείο;
Εκείνος δεν θα σταμάταγε να της λέει "Σ'αγαπώ....." και εκείνη δεν θα έπαυε στιγμή να τον λέει "Έρωτά μου....."

Εκεί το συναίσθημά τους θα σφραγιζόταν, θα έφευγαν τα σύννεφα, εκεί οι δυό τους θα ήταν μόνοι, έχοντας το χρόνο σύμμαχό τους, επιτέλους για μια φορά θα τους χαριζόταν άπλετα......
Εκεί τα τόσα λόγια και οι τόσες υποσχέσεις θα έβγαιναν αληθινά, εκεί θα δινόταν πια η χαριστική βολή στις αμφιβολίες και στους φόβους. Εκεί, εκείνη θα του έδειχνε πως όλα πέρασαν....πως τίποτα από το παρελθόν δεν του χρεωνόταν, πως είναι έτοιμη να κάνει το βήμα μπροστά χωρίς το φόβο στην καρδιά της, πως η συγνώμη δεν είναι θέμα διάθεσης πάντα αλλά θέμα χρόνου.....

Και μέτραγε τις μέρες, τις έσβηνε στο ημερολόγιο, όπως μετράνε οι φυλακισμένοι για να φτάσουν στην έξοδό τους....Κι όσο μέτραγε κι εκείνος, τόσο άγρια ήταν η χαρά της και η σιγουριά της ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να τους σταθεί εμπόδιο.
Ήταν αποφασισμένη πως τίποτα δεν θα την κρατούσε μια και όφειλε να ρισκάρει τα πάντα για να δοθεί μια ευκαιρία σε κάποιον που η συμπεριφορά του έδειξε ότι την αξίζει, αν όχι την απαιτεί...
Έτσι πέρασαν οι μέρες της....με όνειρα....κι ελπίδες.Έτσι πέρασαν οι δύσκολες βδομάδες, οι δύσκολες καταστάσεις, ο ήλιος και η κούραση που λουζόταν όλο τον καιρό....

Μια μέρα.....

που έγινε νύχτα Μ. Παρασκευής.....

Τότε που έχασα το κλειδί της άμυνας.
Κι όταν έφυγα, άρχισε η διαίσθηση να χτυπάει καμπάνες......

Γιατί άραγε; Ακόμα και σήμερα δεν έχω βρει την απάντηση.....

"Μια χάρη..."

Εκείνες τις ημέρες, έπρεπε να πάω στην Αθήνα να δώσω κάποιες εξετάσεις Αγγλικών. Η προσπάθειά μου να βρω δουλειά σκόνταφτε στις γνωριμίες που είχε ο πατέρας μου, δυστυχώς.
Άλλοι αρνήθηκαν ευγενικά, άλλοι φοβήθηκαν και δεν απάντησαν καθόλου. Τον έβρισκα όμως μπροστά μου, καταλάβαινα που είχε μιλήσει, πως και πότε.

Τότε υπήρχε κι ένα πρόβλημα με κάποιες συναλλαγές, "εξαφανίστηκαν" και κάποια χρήματα που υπολόγιζα σε αυτά, ο σπιτονοικοκύρης που είχα νοικιάσει το σπίτι, είχε απειληθεί από τον πατέρα μου και ζητούσε το σπίτι πίσω.

Βίωνα μια τρελή πίεση, μα δεν με ενοχλούσε. Το θεωρούσα πρόκληση, το να παραμείνω ήρεμη και να βρω λύσεις.
Εκείνο που με πείραζε, με ενοχλούσε και με φόβιζε ήταν η ανασφάλεια που ένοιωθα σε ό,τι αφορούσε τις κοπέλες μου.

Στο παρελθόν, είχα ξενιτευτεί, το είχα σκάσει, είχα κρυφτεί, είχα δραπετεύσει, είχα δουλέψει χίλιες δύο δουλειές, ήξερα πως όπου πάω, όπου κι αν σταθώ μπορώ να τα καταφέρω.
Αυτά ως κορίτσι. Ως κοπέλα. Ως γυναίκα.

Ως μάνα δεν ήταν πια εφικτό. Και ως μάνα που κάποιοι παραμόνευαν στη γωνία για να πάρουν εκδίκηση χρησιμοποιώντας αυτά τα παιδιά..... ήταν εφιάλτης.

"Πιστεύεις πως θα μείνω απλός παρατηρητής αν σου συμβεί κάτι;
Θα κάνω ό,τι είναι δυνατόν για να μην αλλάξει τίποτα στη ζωή σου ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως θα μείνω εγώ στο δρόμο!!!
Δεν σου είπα; Είμαι εδώ για να μείνω...... σε όλα!"

Εκείνος ήταν εκεί. Με πείραζε όταν είχα τα κάτω μου, με προκαλούσε όταν αμφέβαλλα για τις ικανότητές μου, με μάλωνε όταν σκεφτόμουν να εγκαταλείψω, με έσπρωχνε τρυφερά όταν σκεφτόμουν να κάνω ένα βήμα πίσω.

Στα 4 χρόνια της ιστορίας μας ήταν η πρώτη φορά που ένοιωσα πως νοιώθει κι εκείνος δυνατός. Όχι σαν άνθρωπος αλλά σαν ένα μέλος μια σχέσης δυνατής.
Ήταν η πρώη φορά που σε αυτή τη σχέση δεν ήμουν εγώ η δυνατή, δεν χρειαζόταν να έχω όλες τις απαντήσεις, μου επιτρεπόταν να μείνω λίγο πίσω και να αφήσω κάποιον άλλον να έχει τον πρώτο λόγο.

Μου ζήτησε τότε όταν θα πάω στην Αθήνα για τις εξετάσεις, να κανονίσει κι αυτός να ανέβει για δουλειές κι έτσι να βρεθούμε....
Τότε ήταν που μου υποσχέθηκε πως στις τελικές εξετάσεις των Αγγλικών, στην πόλη μας, όσο εγώ θα έδινα, εκείνος θα ήταν απέξω να με περιμένει......

"Θα μου κάνεις αυτή τη χάρη;"
"Μα αυτό που μου ζητάς δεν είναι χάρη.... Είναι κάτι που το θέλω κι εγώ..." απαντούσα....
"Αυτό σημαίνει ναι;"
"Σου χάλασα εγώ ποτέ χατήρι;"

Και η αλήθεια ήταν πως ποτέ, ούτε μια φορά δεν του χάλασα το χατήρι.

Σε ό,τι κι αν είχε ζητήσει......

Το σ'αγαπώ

"Εσύ και η κόρη μου... Εσείς το ακούτε αβίαστα....
Καταφέρνετε να κλέψετε το "σ'αγαπώ" μου πριν καν το σκεφτώ...
Ίσως γιατί με εσάς το νοιώθω συνεχώς...."

Ακόμα μια αλήθεια....

"Δεν θέλω να ξαναγυρίσει. Μα επειδή ξέρω πως είναι καλύτερο και για σένα και για τα παιδιά, δεν μπορώ να πω κάτι. Με ενοχλεί, με πονάει. Ζηλεύω. Και δεν θέλω να γίνει. Κι αν γίνει δεν θέλω να το ξέρω. Κι αν σε ρωτήσω.....δεν ξέρω......πες μου ένα ψέμμα.... μπορείς; "

Κάτι που δεν μοιράστηκε ποτέ


"Να κάτι που δεν θα μοιραστούμε ποτέ εμείς οι δύο......"

"Όπου κι αν είσαι, ό,τι κι αν σκέφτεσαι, μην κάνεις καμιά τρέλα. Ακόμα κι αν το αντίτιμο είναι να μην σε ξαναδώ, θέλω να είσαι καλά......"

Μέλλον

Γυρίζοντας από ένα ταξίδι στην Αθήνα που είχε πάει για δουλειές, είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε κάπου στην πορεία. Με πήγε κάπου που δεν είχα ξαναπάει. Ήταν ένα μέρος που συνήθιζε να πηγαίνει μικρός και περπατώντας κοντά στη θάλασσα μου έλεγε κάποιες αναμνήσεις του. Από τις σπάνιες αναμνήσεις του που έχω παρά τα 4 χρόνια που περάσαμε μαζί.

Βρήκαμε μετά ένα μονοπάτι και συνεχίσαμε να μιλάμε.
Τότε ήταν και η πρώτη φορά που ανοίχτηκε τόσο πολύ ώστε να μου πει κατάματα πως σκεφτόταν να τα παρατήσει όλα και να φύγει. Να εξαφανιστεί.
Δεν μίλησα, δεν σχολίασα τίποτα, αν και λυπήθηκα πολύ που τον άκουγα να μιλάει έτσι.
Τον είχα συνηθίσει αγωνιστή, αισιόδοξο που προς στιγμήν μπορεί να έκανε πίσω μα η έκφραση του προσώπου του δεν μου άφηνε αμφιβολία πως ένοιωθε στριμωγμένος. Δεν τον ρώτησα γιατί ήξερα πως αν δεν το ήθελε ο ίδιος, δεν θα απαντούσε ούτως ή άλλως.

"-Μόνο εσύ θα ξέρεις που θα βρίσκομαι. Μόνο εσύ θα το μάθεις.
-Και η μικρή;
-Ό,τι κι αν κάνω στη ζωή μου, θα φροντίσω γιαυτήν. Αλλά θα πρέπει να είμαι καλά για να το κάνω αυτό. Κι όπως νοιώθω τώρα, δεν θα είμαι καλά για πολύ καιρό."

Ο φόβος μου για την υγεία του ξαναγύρισε. Μου μάτωνε την καρδιά να τον ακούω έτσι και να μην μπορώ να κάνω κάτι. Ευτυχώς από τη μία...δυστυχώς από την άλλη. Ευτυχώς γιατί κι αν μου έλεγε, όντας τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες, θα αντιδρούσα αυθόρμητα και θα του έλεγα αυτό που σκέφτομαι. Μα δεν είναι όλοι έτοιμοι να ακούσουν αυτό που είναι φανερό. Και δυστυχώς γιατί δεν μπορούσα να τον βοηθήσω...

"-Δηλαδή θα πας στη Χαβάη και θα μου στείλεις γράμμα ότι βρίσκεσαι εκεί;
-Μπορεί να σου στείλω έναν φάκελο με ένα εισιτήριο..
-Και τι περιμένεις ότι θα κάνω;
-Θα έρθεις να με βρεις....
-......
-Δεν μιλάς;
-Όχι..
-Γιατί;
-Είναι η πρώτη φορά που αναφέρεσαι στο μέλλον....έστω και σαν αστείο..
-Δεν αστειεύομαι...και το ότι δεν μιλάω για το μέλλον δεν σημαίνει πως δεν το ονειρεύομαι....
-Μα όλοι κάνουμε όνειρα για το μέλλον..φυσικό είναι.
-Το ονειρεύομαι μαζί σου....
-.....
-Θαρθείς;
-Α, δεν ξέρω... Δελέασέ με!
-Χμ....ωραία, θα έρθεις....

-Ως γραμματέας σου έτσι; Μην εκτεθούμε και μου βγάλουν κακό όνομα εκεί που θα είμαστε!
-Οκ..θα πάω πρώτα εγώ, θα ενημερώσω πως περιμένω να έρθει και η γραμματέας μου, θα γράψεις την ιστορία μας σε βιβλίο, θα γίνεις πλούσια και θα προσπαθώ τα βράδια μας να μου υπογράψεις το πρώτο αντίτυπο...
-Καλά τα πας...για συνέχισε...
-Θα σε αφήνω να μου φτιάχνεις το τσάι μου...
-Ωραία...μπορώ να πω πως με δελέασες! Όταν θα μου στείλεις το εισιτήριο, θα μάθεις και την απάντηση!"



Τότε χτύπησε το κινητό μου, επιστρέφοντας μας στην πραγματικότητα.
Έπρεπε να φύγω... κι εκείνος το ίδιο.

Γυρίζοντας είχα μια λυπημένη χαρά στην καρδιά μου....

Ζήλεια

[....] -Όχι, είμαι ήρεμος. Όσο εκείνος δεν μένει σπίτι, και ξέρω πως είσαι μόνη, είμαι ήρεμος.
Δεν υπάρχει στο σπίτι, δεν μιλάτε, δεν κοιμάστε στο ίδιο κρεβάτι.
Δεν σε αγγίζει....

-Μα τι λες;
-Λέω πως ζηλεύω.... Αρρωσταίνω να σε φαντάζομαι μαζί του....
-Μα είναι άντρας μου. Το ήξερες από την αρχή. Δεν έκρυψα κάτι.
-Στρουθοκαμηλίζω. Προσπαθώ να μην το σκέφτομαι.
-Και τι σημαίνει αυτό; Πως αν δεν το σκέφτεσαι, δεν υπάρχει;

-Ό,τι δεν βλέπω, δεν ξέρω, δεν μαθαίνω, δεν υπάρχει....
-Με εκπλήσσεις! Δεν περίμενα πως αισθάνεσαι έτσι.
-Κι όμως. Έτσι ακριβώς.
-Αυτό σημαίνει πως αν συμβεί κάτι κι ίσως ξαναγυρίσει σπίτι, δεν θα θέλεις να το μάθεις.
-Θα θέλω.
-Μα θα πονάς!
-Έχω μάθει..
-Και τόσο καιρό, όταν συζητούσαμε τα οικογενειακά μας, που πηγαίναμε, τι κάναμε, τι κουβεντιάζαμε..... εσύ ένοιωθες έτσι;
-....Και χειρότερα....
-Μα γιατί δεν μου είπες κάτι; Θα απέφευγα να σου τα λέω!
-Γιατί ήθελα να μαθαίνω.
-Θα μπορούσα κι εγώ να πω τα ίδια για σένα.....
-Εσύ...μόνο τον καναπέ μου μπορείς να ζηλέψεις. Κανέναν άλλον....
Εκεί κοιμάμαι, μόνος......


Μετά από χρόνια, που το θυμήθηκα, κατάλαβα γιατί κάθε φορά που με πέταγε από τη ζωή του, εξαφανιζόμουν.
Άλλαζα δρόμους, απέφευγα να συναντηθούμε, δεν περνούσα από μέρη που μπορεί να ήταν εκείνος, άλλαζα ολόκληρες διαδρομές.

Έτσι δεν θα με έβλεπε...δεν θα ήξερε, ..... δεν θα υπήρχα.....

Πάντα

"[...]Πάντα ήσουν σημαντική. Απλά εγώ δεν το παραδεχόμουν.
Και πάντα θα είσαι. Αλλά δεν θα το ξέρεις. "

Τότε

"[...] έκλαψα... Όταν συνειδητοποίησα πως σε έδιωξα. Τότε που ένοιωσα πόσο άδικος ήμουν μαζί σου. Ήσουν η μόνη που δεν έφταιγε σε κάτι κι όμως ξέσπασα επάνω σου. Κι έμοιαζε με τιμωρία ακριβώς αυτό που εγώ είχα επιλέξει να κάνω."

Κι άλλο

sms "Μου λείπεις... Κάθε μέρα και περισσότερο.
Όσο σκέφτομαι τον καιρό που ήμασταν μακριά... τι κρίμα αλήθεια.
Περιμένω να περάσει η ώρα για να ακούσω τη φωνή σου....να σε δω στο μπαλκόνι να με περιμένεις..... Εμένα....μόνο εμένα......"

Ιανουάριος 2006

Ποτάμι....

Τα όσα ήρθαν μετά μόνο με χείμαρρο ή ορμητικό ποτάμι μπορούν να παρομοιαστούν.
Κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, μέρα ή νύχτα έκανε αισθητή την παρουσία του.
Δεν υπήρχαν πια Σαββατοκύριακα παύσεων, ούτε ώρες που ήταν απαγορευμένες. Δεν υπήρχε ούτε η απαγόρευση επικοινωνίας μαζί του. Η σιωπηλή εκείνη απαγόρευση που απλά στεκόταν ανάμεσά μας χωρίς να την έχει ξεστομίσει κανείς.
Μπορούσα να τον πάρω είπε, αν ήθελα κάτι. Αν χρειαζόμουν οτιδήποτε. Αν δεν μπορούσε να μιλήσει θα έλεγε κάτι άσχετο και με την πρώτη ευκαιρία θα με έπαιρνε εκείνος.
Διψούσε να μάθει πως ήταν το νέο μου σπίτι. Ήθελε να ξέρει, να μπορεί να με φαντάζεται να κινούμαι, ένοιωθε πως υπήρχαν νέα πράγματα που δεν είχε την ευκαιρία να μοιραστεί μαζί μου.

Μπορούσε μόνο να δει ελάχιστα πράγματα φεύγοντας από το μαγαζί και κατηφορίζοντας το δρόμο για να πάει σπίτι του. Ήθελε να του βγάλω φωτογραφίες, να δει τις λεπτομέρειες, να δει πως ήταν τα δωμάτια, πως το είχα φτιάξει.

Ήθελε να του πω τι έκανα τον καιρό που ήμασταν χώρια. Ήθελε κάθε βράδυ να μιλάμε στο ΜΣΝ, αδιαφορώντας πόσες ώρες πέρναγαν με χαζές, ρομαντικές κουβέντες, ενώ έπρεπε να ξεκουράζεται για να πάει το επόμενο πρωί για δουλειά.

Αν δεν έμπαινα, έστελνε μηνύματα στο κινητό, με περίμεναν εμαιλς, κρυβόταν στα δωμάτια του σπιτιού του για να κάνει αναπάντητες, περνούσε ξανά και ξανά κάτω από το σπίτι μου μόνο για να με προλάβει κάποια στιγμή στο μπαλκόνι..

Δεν υπήρχαν πια μέρες τσεκαρισμένες στο ημερολόγιο....γιορτές για να υπενθυμίζουν πότε μιλήσαμε στο τηλέφωνο.
Κάθε μεσημέρι, μου έστελνε μήνυμα πως φεύγει από το μαγαζί, να βγαίνω στο μπαλκόνι, κι όταν με έβλεπε, έπαιρνε τηλέφωνο. Πολλές φορές λίγο πριν φτάσει στο σπίτι έκανε κύκλους γιατί απλά δεν ήθελε να το κλείσει ή γιατί δεν ήθελα να τον αποχωριστώ..

Η παρουσία του ήταν ασφυκτική. Επίμονη.
Οτιδήποτε έκανε είχε τη λεζάντα "Προσπαθώ... κάνε κάτι κι εσύ...."

Εγώ όμως δεν ήξερα τι να κάνω. Στεκόμουν μουδιασμένη να βλέπω να κάνει τόσα πράγματα για εμένα, με έναν φόβο κρυμένο στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
Χαιρόμουν από τη μία μα από την άλλη λυπόμουν γιατί ένα κομμάτι του εαυτού μου το φύλαγα για μένα.
Με ενοχλούσε η ιδέα να "εισβάλλει" στο σπίτι μου, να μάθει τις αγαπημένες μου μεριές. Δεν ήθελα να ξέρει. Ό,τι είχα στήσει μέχρι τότε, ήταν μια ζωή χωρίς εκείνον, μια ζωή όπου το κάθε της βήμα δεν κατέληγε στην αγκαλιά του.
Είχα μάθει να ξυπνάω το πρωί χωρίς να λαχταρώ ένα του μήνυμα, και να κοιμάμαι το βράδυ χωρίς να ρωτάω "Μ'αγάπησε ποτέ;"

Κι ενώ όλα όσα έκανε, κάποτε θα με έκαναν ευτυχισμένη, τρελλή από χαρά, θα μου έδιωχναν και τις τελευταίες μου αμφιβολίες, εγώ αγκάλιαζα την ψυχή μου για να την προστατέψω... Υποσυνείδητα...

Κι εκείνος το ένοιωθε. Δεν ήμουν εκεί. Έκρυβα πράγματα, συναισθήματα, σκέψεις. Προστατευόμουν προσπαθώντας να μην τον προσβάλλω.....
Και συνέχιζε να παλεύει....
Και συνέχιζα να προκαλώ τον εαυτό μου..... "Υπέκυψε.....αντέχεις να σβήσει ξανά η γη κάτω από τα πόδια σου;"
Και η απάντηση για μήνες ήταν "Όχι..."
Εγώ η ηλίθια ρομαντική.....
Εγώ που τα είχα διαλύσει όλα στη ζωή μου χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά, τώρα που δεν είχα τίποτα να χάσω, φοβόμουν....

Ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα πως στο ποτάμι δεν δροσίζεσαι μόνο.
Μπορείς και να πνιγείς.

Και πως όταν γιατρεύεις το πληγωμένο φτερό του αετού, γίνεσαι υπεύθυνος και για τα νύχια του μετά.
Και πολλές φορές τα γεύεσαι και πρώτος.

Κρίση ειλικρίνειας

"-Ναι, είμαι μαλάκας. Γιατί πίστευα πως αν δεν σε βλέπω, αν δεν σε ακούω θα μπορούσε όλο αυτό που έζησα να ξεχαστεί. Θα έμενε εκεί ακριβώς που τελείωσε, σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Ξεγελάστηκα πιστεύοντας πως θα γυρίσω στη ζωή μου σαν να μην είχα ζήσει σχεδόν τίποτα, σαν να μην σε είχα γνωρίσει.
Μα δεν ήταν έτσι.
Μου έλειπες. Εσύ, το γέλιο σου. Μου έλειπε κάθε μικρή στιγμή που πέρασα μαζί σου.
Αναρωτιόμουν τι να κάνεις, που να είσαι. Ανησυχούσα αν είσαι καλά, αν με έχεις ξεχάσει. Έφτασα πολλές φορές στο σημείο να στείλω ένα μήνυμα. Μα αυτή τη φορά δεν ήταν ο εγωισμός μου που με κρατούσε αλλά η γνώση πως είχα κάνει τα πράγματα όσο χάλια, είχα πει κουβέντες που δεν έπρεπε καν να τις σκεφτώ, μας είχα φτάσει σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Και μετάνοιωνα κάθε μέρα γιαυτό. Ήξερα πως είναι λάθος να είμαστε χωριστά, μα δεν ήξερα πως να το διορθώσω.

Έβλεπα πως είχες μετακομίσει, έβλεπα που ακριβώς έμενες και σκεφτόμουν αν έρθω και χτυπήσω την πόρτα σου, θα με έδιωχνες;
Δεν ξέρω τι ακριβώς θα έλεγα. Ξέρω όμως πως αν στεκόμουν εκεί μπροστά σου θα ήξερες με μιας για ποιο λόγο βρισκόμουν εκεί.

Ο χωρισμός μας ήταν μάταιος. Για άλλη μια φορά όλα μου τα προβλήματα τα ξέσπασα σε σένα. Όπως πάντα. Επειδή ήξερα πως θα καταλάβαινες. Επειδή ήξερα πως θα με δικαιολογούσες. Μα δεν ήξερα πως ο δρόμος της επιστροφής θα ήταν τόσο δύσκολος γιατί όπως κι εσύ μου είπες σε αδίκησα.

Ξέρω ότι έκανα ένα τεράστιο λάθος. Δεν μπορώ να σε βγάλω από τη ζωή μου. Είσαι το ομορφότερο κομμάτι της, είσαι ο άνθρωπος που στάθηκε δίπλα μου, που με καταλάβαινε, μου θύμισε τον έρωτα που είχα ξεχάσει, με έσπρωχνε να ζω την κάθε μου μέρα διαφορετικά.

Είσαι η γυναίκα που ερωτεύτηκα, και η κάθε μέρα μακριά σου αποδείχτηκε η χειρότερή μου τιμωρία.
Δεν περιμένω να ξεχάσεις. Δεν περιμένω να με συγχωρέσεις. Δεν ξέρω αν θα καταφέρουμε ποτέ να είμαστε έτσι όπως ήμασταν.
Ξέρω μόνο πως δεν θέλω να φύγεις από τη ζωή μου. Δεν θέλω να γίνεις μια άγνωστη που θα περνά στο δρόμο. Υπήρξες για μένα το ταίρι μου, το άλλο μου μισό, και θέλω να μου δώσεις μια ευκαιρία μόνο.

Για τίποτα δεν θα πλήγωνα την καρδιά σου και δεν θα ρισκάριζα να σε ξαναχάσω.
Ξέρω τι με περιμένει εκεί έξω χωρίς εσένα, και δεν θέλω να το περάσω με τίποτα ξανά.

Μόνο μια ευκαιρία. Να προσπαθήσω να διορθώσω το λάθος μου.

Αν με αγαπάς ακόμα, την αξίζουμε και οι δύο."


Αυτό βγήκε από τρεις νύχτες που μας βρήκε το ξημέρωμα κουβεντιάζοντας.
Εκτίμησα πως ήταν από τις ελάχιστες φορές που ανοίχτηκε τόσο πολύ μιλώντας μου.
Σκέφτηκα πως κάθε άνθρωπος αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία.
Δεν με έπεισε καμμία από τις δύο σκέψεις μου.

Ήμουν ακόμα ερωτευμένη μαζί του...

Οι εξηγήσεις

Σε εκείνη τη συνάντηση του εξήγησα πως μπορούσα να καταλάβω την ανάγκη του να φλερτάρει. Όπως και την ανάγκη του για επιβεβαίωση. Όσο τον γνώριζα, ήταν ένας πολύ ερωτικός άνθρωπος, πολύ τρυφερός που χρειαζόταν κάποια να του ξυπνήσει τον άντρα μέσα του. Οι συνθήκες και της οικογένειάς του και του περιβάλλοντός του γενικότερα τον ευνούχιζαν κάθε μέρα και από λίγο.
Καταστάσεις που πολλοί δεν θα ανέχονταν εκείνος τις στόλιζε με αισιοδοξία, τις κατάπινε με άνεση και προχωρούσε παρακάτω. Είχε χάσει κομμάτια από το εγώ του και τα έψαχνε σκόρπια σε όποια μπορούσε να του προσφέρει για λίγο αυτό που είχε εκείνη την ώρα περισσότερο ανάγκη.

Συμβάντα που άλλοι θα προφύλασσαν τον εαυτό τους, θα όρθωναν τον εγωισμό τους και θα έδιναν γροθιά στο μαχαίρι για να περισώσουν τουλάχιστον την αξιοπρέπειά τους, εκείνος τα έκανε να μοιάζουν ασήμαντα, και τα προσπέρναγε.....αδιαφορώντας αν τον σιγότρωγαν μυστικά....

Άλλοι.....πιο δυνατοί όμως....όχι αυτός.

"-Και τώρα τι θέλεις ;
-Να είμαστε πάλι μαζί....
-Γιατί;
.............Σιωπή........

-Πως θα μπορούσα να είμαι ξανά μαζί σου...; Δεν σε εμπιστεύομαι πια. Είπες τόσα ψέμματα, έκανες τόσα πράγματα..... Ό,τι όμορφο είχαμε, ό,τι σημαντικό και ιδιαίτερο δεν ήταν παρά μια ιστορία που εσύ μπόρεσες και ξέγραψες με τόση ευκολία...

......Σιωπή........

-Κι ενώ ήρθαμε εδώ, να μου εξηγήσεις, να με πείσεις πως αξίζει τον κόπο να ρισκάρω ακόμα μια φορά μαζί σου, εσύ σιωπάς..

-Εντάξει......είμαι μαλάκας, το παραδέχομαι...."

Ήθελα να τον πάρω αγκαλιά.....να του πω πως όλα θα πάνε καλά....πως δεν ήθελα να θυσιάσει τον εγωισμό του, πως δεν ήμουν εκεί ούτε να τον τιμωρήσω ούτε να τον πονέσω...
Πως ήμουν εκεί γιατί πίστευα ακόμα σε εκείνον, γιατί ήθελα να ξέρει πως ό,τι κι αν ήταν, ό,τι κι αν είχε κάνει, θα ήμουν πάντα ένας από τους ανθρώπους που θα έμενα δίπλα του ό,τι κι αν μάθαινα για εκείνον.

Μα εκείνος σιωπούσε κι αυτό μου έλεγε το εντελώς αντίθετο από εκείνον.
Ναι μεν επέμενε πως δεν θα με ξαναπλήγωνε για τίποτα, πως ήταν πια σίγουρος για τα αισθήματα και των δύο μας, πως άξιζε να ρισκάρει για αυτόν τον Έρωτα, πως ήθελε να είμαστε μαζί, πως το να με βγάλει από τη ζωή του δεν είχε κανένα νόημα αφού πάντα, θα είχαμε έναν ξεχωριστό δεσμό ακόμα κι αν δεν ανταλλάσσαμε ξανά ούτε λέξη..... μα όλα αυτά ήταν σε εμαιλς.
Ποτέ δεν ένοιωσε την μετάνοια, το ρίσκο, την ντροπή που αισθάνεται κάποιος όταν ζητά συγνώμη από κάποιον που διέλυσε. Είχε πάντα ασπίδα του ένα κινητό ή μια οθόνη.
Ποτέ δεν είδε την ανθρώπινη ανάγκη του άλλου να του πει "Με πόνεσες...." και να καταλάβει πως μια ματιά, μια αγκαλιά, ένα χάδι μπορεί να σβήσει πολύ πόνο...

Κι εγώ στεκόμουν εκεί, κοκκαλωμένη από το κρύο και από το φόβο....
Γιατί φοβόμουν πολύ.. Φοβόμουν πως αν κάνω ένα βήμα μπροστά θα χάσω τα λογικά μου τούτη τη φορά.

Δεν μπορούσα να πολεμήσω ούτε άλλα ξενύχτια ούτε άλλα παράπονα.
Ήξερα πως τούτη τη φορά δεν θα μπορούσε τίποτα να με βγάλει από την άβυσσο που θα έπεφτα. Γιατί οι τόσες φορές που με είχε ρίξει στο παρελθόν κι ερχόταν να με βγάλει μου είχαν δείξει και τα όριά μου.
Αυτή τη φορά ούτε ο ψυχίατρος θα βοηθούσε, ούτε τα χάπια, ούτε τα ηρεμιστικά.... Δεν θα βοηθούσαν οι φίλοι, δεν θα είχα κανέναν..... δεν θα είχα ούτε εμένα.

Γιατί ήμουν σίγουρη ότι και το βήμα θα έκανα......και την άβυσσο θα ξαναέβλεπα αργά ή γρήγορα.....

Ήρθε λίγο αργότερα από ό,τι την περίμενα.....

Εκείνο το βράδυ είχε πανσέληνο....
Δεν έδωσα καμμία απάντηση....
Φεύγοντας, με πήρε αγκαλιά και με φίλησε....
Κι είναι αυτό το φιλί που μου θυμίζει το πρώτο μας φιλί....

Και τα δύο φυλαγμένα μέσα στο ψέμα......

Χωρίς τίτλο

Κι έτσι βρισκόμασταν αραιά και που στο ΜΣΝ κι αλλάζαμε κουβέντες....
Με τον καιρό η απόσταση που είχαμε κατάφερε να την καλύψει, έσβησε το διάστημα που ήμασταν χώρια, έβλεπα την προσπάθειά του να σβήσει και την απουσία του. Αποφεύγαμε τα δύσκολα θέματα όπως "σύζυγος, ερωμένη, νέα ερωμένη, παιδική φίλη, υπάλληλος" και ξαναμαθαίναμε ο ένας τον άλλον από την αρχή.

Κάποιες από αυτές τις συζητήσεις ήταν μια υπέροχη ανάμνηση με εκείνον να μου θυμίζει το καλό του χιούμορ, την ευκολία του να μεταδίδει την καλή του διάθεση μα το κυριότερο, την αισιοδοξία του.

Μέχρι που η αναμονή που συνήθιζε να με βάζει στο παρελθόν έγινε αβάσταχτη για τον ίδιο και απαιτούσε μια απάντηση. Αν θα δεχόμουν να ξαναγυρίσω κοντά του.
Μια συνομιλία μας κράτησε μέχρι το πρωί.
Εγώ που δεν έλεγα ποτέ τίποτα για να τον στενοχωρήσω έβγαζα έναν εαυτό επιθετικό, απαιτητικό. Ήθελα όσα νόμιζα πως άξιζα να τα έχω χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά δίνω κάτι σε αντάλλαγμα.

Η συζήτηση που ήθελε να κάνει, δεν γινόταν ούτε από το ΜΣΝ , ούτε από το τηλέφωνο. Αν ήθελε να έχει μια δεύτερη ευκαιρία όφειλε να βρει το θάρρος, να με κοιτάξει στα μάτια και να μου μιλήσει.
Κάτι που οι πιο πολλοί θεωρούν αυτονόητο, για μένα έπρεπε να είναι ο πιο αυστηρός όρος που του έβαλα για να μου μιλήσει.

Πάντα προτιμούσε την εύκολη λύση όταν ήθελε να φύγει: Δεν σήκωνε τα τηλέφωνα, δεν εμφανιζόταν στο μαγαζί, δεν απαντούσε στα μηνύματα, δεν έστελνε εμαιλ, άσχετα με το πόσο ζεστά και τρυφερά παρακαλούσα για μία απάντηση, μια εξήγηση.

Η σιωπή ήταν πάντα ο δικός του τρόπος. Κι όσες φορές κι αν κατέθεσα πως αυτό με πληγώνει, με μειώνει, με στήνει στον τοίχο χωρίς να έχω φταίξει σε κάτι, εκείνος δεν έβαζε ποτέ νερό στο κρασί του.
Ήταν ο πιο εύκολος τρόπος του να με πονέσει για ό,τι του συνέβαινε. Ακόμα κι αν αυτό δεν είχε καμμία σχέση με μένα.

Εγώ ήμουν απλά το καλύτερο άτομο για να μπορεί να ξεσπάσει το θυμό του.

Έτσι ήταν μεγάλη η έκπληξή μου όταν δέχτηκε και μου έκλεισε ραντεβού για να μου μιλήσει από κοντά.
Μια συνάντηση που ήταν αστεία.... μα την κρατώ τόσο τρυφερά μέσα μου που τίποτα δεν θα την αγγίξει...
Είχε βλέμμα μικρού παιδιού που το έπιασαν την ώρα που έκλεβε στο παιχνίδι.

Δεν με κοίταξε σχεδόν καθόλου στα μάτια. Ήταν αμήχανος, ντροπαλός, σχεδόν εκνευρισμένος.
Όταν κάθισε απέναντί μου, σταύρωσα τα χέρια μου σε θέση άμυνας. Και περίμενα. Μα σιώπησε ξανά...
Σε κανένα γιατί μου δεν είχε απάντηση.
Μόνο σε ένα.... : "Γιατί τόσα ψέμματα...;;" "Δεν ξέρω..."

Ποτέ δεν ήξερε. Ούτε καν στο τέλος....

Δίλημμα

Έτσι έμενε η απόφαση σε μένα. Την οποία τότε, αρνήθηκα να πάρω.
Φοβόμουν πως θα διακινδύνευα την τόσο εύθραυστη ισορροπία που είχα αποκτήσει και τη φύλαγα ως κόρη οφθαλμού.
Ένοιωθα κουρασμένη φοβερά, όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά. Δεν άφηνα τους άλλους πια να με σπρώχνουν στη γραμμή του πυρός γιατί εκείνοι πίστευαν πως είμαι πιο δυνατή και είχα περισσότερο κουράγιο να πάρω αποφάσεις και γιαυτούς.

Δεν ξέρω αν με αυτή του την απάντηση ήθελε να χαρώ.
Δεν ξέρω καν αν του έφτανε ακόμα και του ίδιου για να δικαιολογήσει τον εαυτό του.

Ήξερα όμως πως εθελοντικά δεν θα έβαζα ξανά τον εαυτό μου στον κίνδυνο να βρεθώ κοντά του.
Γιατί μέχρι τότε πίστευα πως κάθε φορά, όταν βρίσκαμε μια χρυσή τομή μέσα στο μπάχαλο της επικοινωνίας μας, θα κρατούσε γιατί είχε ποτιστεί με πολύ προσπάθεια. Από μέρους μου.
Και κάθε φορά που χαλάρωνα, ηρεμούσα κι έπαυα να αναρωτιέμαι, ακριβώς την ίδια στιγμή τραβούσε το χαλί κάτω από τα πόδια μου κι απολάμβανε τον χορό μου.

Είχα ακούσει τα πάντα μέχρι τότε: Πως ήμουν απλά ένα πάθος, πως αναρωτιόταν μήπως ο σαρκικός πόθος τον κρατούσε μαζί μου, πως είχε αμφιβολίες για τα αισθήματά του, πως δεν ήταν σίγουρος αν έκανε το σωστό, πως ήταν σίγουρος πως δεν με αγαπούσε, πως με διέγραφε, πως , όταν ήταν σίγουρος πια για τον έρωτά του στο πρόσωπό μου, η αγάπη δεν είχε καμία σημασία και καμία δύναμη να κρατήσει δύο ανθρώπους μαζί.

Όλα αυτά σε ανύποπτες για μένα στιγμές. Όταν πίστευα κάθε φορά μετά από απουσίες και σιωπές πως "Αυτή τη φορά θα είναι καλύτερα." "Αυτή τη φορά θα τα καταφέρουμε.."

Για να χρησιμοποιήσεις όμως πληθυντικό, θα πρέπει να το θέλει και ο άλλος.
Κι εκείνος δυστυχώς δεν ήξερε.

Μιλούσαμε αραιά και που στο ΜΣΝ, όταν είχα χρόνο ή διάθεση να μπαίνω.
Δεν στηνόμουν πια με τις ώρες περιμένοντας ένα μήνυμά του.
Δεν ήθελα.
Εκεί έξω προσπαθούσα να φτιάξω τη ζωή μου που την είχα στείλει στο διάολο, και ο χωρισμός μας μου είχε μάθει πως ποτέ δεν θα ήταν εκεί στα δύσκολα για μένα. Ήμουνα μόνη.

Όσες φορές κι αν του δόθηκε η ευκαιρία να είναι ανθρώπινα δίπλα μου, για μια κουβέντα, ένα χάδι, όσες φορές κι αν ανθρώπινα μπορούσε απλά λίγο να με "σπρώξει" να μη βουλιάξω κάτω από τα προβλήματα, εκείνος είχε επιλέξει τη σιωπή ή τη φυγή.

Όταν μιλούσαμε τα θέματά μας ή μάλλον τα θέματά του ήταν ανώδυνα. Έξω από εμάς.
Περί δουλειάς, οικογένειας, θέματα χαλαρά.
Έβλεπα την προσπάθειά του να με διασκεδάσει, και δήλωνε πως αν του έδινα ακόμα μια ευκαιρία... "Θα δεις... Αυτή τη φορά θα είναι αλλιώς".

Μα δεν ήξερε πως εγώ δεν ήθελα να είναι "αλλιώς" .

Είχα ανάγκη να μην ξανασπάσει η καρδιά μου. Είχα ανάγκη από αλήθειες.
Κι εκείνος υποσχόταν πως "Για τίποτα στον κόσμο δεν θα σε ξαναπλήγωνα....."

Σκορπιός και βάτραχος

Λέει ο σκορπιός στο βάτραχο:
"Θέλεις να ανέβω επάνω στην πλάτη σου και να κολυμπήσεις μέχρι την άλλη όχθη του ποταμού;".
Λέει ο βάτραχος:
"Μα πού ξέρω ότι δε θα με δαγκώσεις στα μισά της διαδρομής;".
"Μα αν σε δαγκώσω, θα πεθάνεις και θα βουλιάξουμε κι οι δύο" απαντάει ο σκορπιός και πείθει το βάτραχο, ο οποίος τον παίρνει στην πλάτη του και αρχίζει να διασχίζει το ποτάμι.
Στη μέση της διαδρομής ο σκορπιός δαγκώνει το βάτραχο και, πριν βουλιάξουν και οι δύο, ο βάτραχος φωνάζει απορημένος:
"Μα γιατί με δάγκωσες, αφού θα πνιγείς κι εσύ;".
"Το ξέρω", λέει ο σκορπιός, "μα είναι η φύση μου τέτοια".

scorpion

Μια νέα συνέχεια

Άρχισαν σιγά σιγά τα μηνύματα γεμάτα ενδιαφέρον. Όσο και αν απέφευγα να μιλήσουμε γιατί αισθανόμουν πως δεν είχα κάτι να πω τόσο έκανε έντονη την παρουσία του.
Για πρώτη φορά ενδιαφερόταν να μάθει τι γίνεται στο δικό μου περιβάλλον. Με τα παιδιά μου, τους γονείς μου, τον άντρα μου.

Κάποια στιγμή βρεθήκαμε στο ΜΣΝ. Η επιμονή του εξάλλου ήταν πάντα το δυνατό του σημείο και η δική μου αχίλλειος πτέρνα.

Οι προτάσεις ήταν γεμάτες αμηχανία και ατελείωτες σιωπές. Έβλεπα την δική του προσπάθεια να δικαιολογήσει ό,τι είχε κάνει όπως κι εκείνος έβλεπε την δική μου ουδετερότητα και γιαυτό έπαιρνε θάρρος και συνέχιζε.

Μιλήσαμε αρκετά εκείνη τη φορά. Ήταν η πρώτη μας φορά μετά από 5 μήνες. Προσπαθούσε να προλάβει το χαμένο καιρό, ενώ εγώ λυπόμουν για τις στιγμές που χάθηκε ο Έρωτας.
Η πόρτα εμπιστοσύνης που είχαμε πάντα ανοιχτή για τα προσωπικά μας ζητήματα , έδειχνε να μην έχει κλείσει. Παρόλα αυτά δεν μπορούσα να του πω τα προβλήματα που αντιμετώπιζα από τους δικούς μου και την προσπάθειά τους να μου δημιουργούν συνεχώς προβλήματα.

Δεν ξέρω αν ήταν υπερηφάνεια ή άμυνα. Αυτό που δεν ήθελα ποτέ ήταν να περάσει έστω για μια φορά από το μυαλό του ότι υποννοούσα "Κοίτα τι έκανα/έπαθα εγώ για σένα".

Ο Έρωτας δεν μετριέται με τα πράγματα που κάνεις για τον άλλον. Ο Έρωτας είναι έμπνευση. Εμπνέεσαι να δημιουργήσεις, να χαρίσεις, να χαριστείς. Να δώσεις... κι όταν λαμβάνεις δεν το συγκρίνεις. Δεν μειώνεται η αξία των δικών σου συναισθημάτων ακόμα κι αν ο άλλος δεν έχει τη διάθεση να ανταποκριθεί.

Τον Έρωτα δεν τον μετράς με το τι έδωσες και τι πήρες.
Στο παρελθόν είχα φύγει από τη ζωή του, απαρνήθηκα ακόμα και τον ίδιο τον Έρωτα γιατί πίστευα πως έτσι θα ήταν πιο ευτυχισμένος και ασφαλής.
Αυτό με μείωνε; Μείωνε την ένταση των συναισθημάτων μου; Δεν το πιστεύω....

Μιλήσαμε κι άλλες φορές. Ο χρόνος βοηθάει λένε κι εγώ άρχιζα να το πιστεύω.
Θεωρούσε ότι επειδή δεν έκανε έρωτα με τη Γωγώ, ήταν και αθώος.
Μα το δικό μου πρόβλημα δεν ήταν η Γωγώ ή η κάθε Γωγώ. Ήταν εκείνος.
Κι εκείνος ήταν πολύ εγωιστής για να το παραδεχτεί.

Πίστευα πως ποτέ κανένας άνθρωπος δεν είχε υπάρξει τόσο σταθερός στη ζωή του όπως εγώ.
Και πως αυτός θα ήταν ένας λόγος για να με εμπιστευθεί αλλά κυρίως να εμπιστευθεί τον εαυτό του και τα αισθήματα που έλεγε πως έχει για μένα.

Μια φορά μόνο τον ρώτησα "Γιατί;"...
Και η απάντησή του ήταν ο μύθος του σκορπιού με τον βάτραχο.

Oh mon amour!

Christophe - Oh mon Amour

Είναι το κομμάτι που ακούγεται για όσους ρώτησαν.
Οι στίχοι είναι ΑΥΤΟΙ από το Μαύρο Γάτο που τα πάει καλά ΚΑΙ με Γαλλικά...

Ακούστηκε κάπου πριν πολλά χρόνια όταν πήγαινα σχολείο ακόμα.
Αγαπήθηκε όταν άκουσα μια υπόσχεση που αφορούσε τη Γαλλία.

Μια υπόσχεση που έμεινε κι αυτή στα λόγια.

Σόρρυ

"Αντιμετωπίζω κάποια προβλήματα. Δεν έχω και την καλύτερη διάθεση να μιλήσω αυτό τον καιρό. Δεν έχει να κάνει με σένα απλά πιστεύω ότι και να μιλήσουμε δεν θα με βοηθήσει ιδιαίτερα. Είμαι κακόκεφη και απαισιόδοξη και οι καταστάσεις το εντείνουν."

"Θέλω να σε δω ξανά χαρούμενη και αισιόδοξη. Όπως όταν σε γνώρισα.
Αν μπορώ να κάνω κάτι, πες το μου...μη διστάσεις. Αυτή τη φορά θέλω να είμαι εδώ. Για όλα. "

Ραντεβού

"Αν κάποιο βράδυ έχεις τη διάθεση, πες μου ένα γεια στο εμαιλ να τα πούμε λίγο στο ΜΣΝ..
Μη βιαστείς να πεις όχι... ας μιλήσουμε απλά όπως παλιά. Έχουμε τόσα να πούμε, πάει τόσος καιρός... Έχω ανάγκη να σου εξηγήσω. Είμαι ανόητος.."

"Καλησπέρα κι από μένα"

"Άρχισα μαθήματα Αγγλικών και ο χρόνος με πιέζει. Πως ήξερες πως έχω μετακομίσει; Δεν έχουμε μιλήσει καθόλου....κοινούς γνωστούς δεν έχουμε...
Καλά είμαι απλά λίγο κουρασμένη και κοιμάμαι πολύ νωρίς..
Και όχι, δεν είμαι θυμωμένη, απογοητευμένη είμαι....."

"Είσαι καλά;"

"Η σιωπή σου με ανησυχεί. Ήθελα μόνο να μάθω αν είσαι καλά. Καταλαβαίνω ότι είσαι θυμωμένη μαζί μου μα αν σου είναι τόσο δύσκολο έστω και να μου μιλάς, πές το μου και δεν θα σε ξαναενοχλήσω. Ξέρω πως σε έκανα να πονάς, φέρθηκα απαίσια, δώσε μου μόνο μια ευκαιρία να σου δείξω πως νοιώθω το λάθος μου και θέλω να το διορθώσω...."

"Καλησπέρα"

"Σε είδα φεύγοντας από το μαγαζί. Τελικά ήταν τόσο άσχημα τα πράγματα που αναγκάστηκες να μετακομίσεις;
Ελπίζω να είσαι καλά... Σε σκέφτομαι... "

"Γεια..."

"....Ήθελα απλά να σου πω ένα γεια. Ελπίζω να είσαι καλά.. Σε είδα το πρωί που πέρασες για να πας τα κορίτσια στο σχολείο και η μέρα μου ξεκίνησε υπέροχα... Μούχε λείψει αυτό το συναίσθημα...."

Θυμήσου

Δεν θέλω να θυμάσαι
ότι σταμάταγα τα τρένα να περάσεις
Δεν θέλω να θυμάσαι
ότι χαμήλωνα τ' αστέρια να τα φτάσεις

Αυτά μην τα θυμάσαι
αυτά να τα ξεχάσεις...

Μα θέλω να θυμάσαι
όταν θα είσαι μακριά μου
κι όταν θ' ακούς να συζητάν για τ΄ όνομά μου
ότι με πρόδωσες

Δεν θέλω να θυμάσαι
ότι σου έπαιρνα τον πόνο να μην κλάψεις
Δεν θέλω να θυμάσαι
ότι σου έφερνα αγιασμό να ξεδιψάσεις

Αυτά μην τα θυμάσαι
αυτά να τα ξεχάσεις...

Μα θέλω να θυμάσαι
όταν θα είσαι μακριά μου
κι όταν θ' ακούς να συζητάν για τ΄ όνομά μου
ότι με πρόδωσες


Μια φωτοβολίδα

Κι ενώ όλα άρχιζαν να παίρνουν το ρυθμό τους, ένα βράδυ, ο Αναστάσιος μου έστειλε μια πρόσκληση στο ΜSN για να μιλήσουμε.
Έτσι απλά. Μετά από 5 μήνες σιωπής, εμφανίστηκε.
Αρχικά πίστεψα πως κάποιο λάθος είχε γίνει. Τι θα μπορούσε να θέλει; Αν ήθελε να μου πει κάτι που είχε ξεχάσει να μου το πει ευθέως μπορούσε απλά να στείλει ένα εμαιλ, όπως συνήθιζε άλλωστε να κάνει και να μου γράψει εκεί ό ,τι ήθελε.
Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο το επόμενο συναίσθημά μου ήταν η ανησυχία. Ήξερα πως ήταν εγωιστής, είχε δηλώσει ξεκάθαρα πως με είχε διαγράψει, άρα για να κάνει μια τόσο μεγάλη (κατ' εμέ) κίνηση κάτι σοβαρό είχε γίνει.
Φαντάστηκα πως ίσως κάτι είχε κάνει ο πατέρας μου. Με κάποιο τρόπο είχε μάθει ποιος ήταν κι είχε αρχίσει ο πόλεμος. Και ο ακόμα μεγαλύτερός μου φόβος ήταν να ακούσω να μου λέει πως δεν αισθάνεται καλά. Πως ήταν άρρωστος ή κάτι τέτοιο.... Ήταν πάντα το αδύνατό μου σημείο.

Έτσι δέχτηκα την πρόσκλησή του να μιλήσουμε και το πρόσθεσα στη λίστα.
Όταν μπήκε μου είπε μια καλησπέρα και του απάντησα. Μετά φυσικά σιωπή.
Επειδή από τους δυο μας ήμουν εγώ πάντα εκείνη που είχε το κουράγιο να χτυπήσει τη γροθιά στο μαχαίρι, τον ρώτησα τι συμβαίνει.
Μετά από πολύ ώρα και μασημένα λόγια, μέσα στα οποία ήθελε να μου περάσει το μήνυμα πως "κατά λάθος" είχε γίνει η πρόσκληση όταν τον καληνύχτησα για να φύγω μου ζήτησε να μείνω.

-Θες κάτι να μου πεις; Συμβαίνει κάτι;
-Όχι, όλα είναι καλά. Εσύ είσαι καλά;
-Σε νοιάζει;
-Ναι..με νοιάζει;
-Γιατί θα μπορούσε να σε νοιάζει ένας άνθρωπος που διέγραψες;

Σιωπή.....

-Δεν μου απάντησες......είσαι καλά;
-Μετά από όλα όσα συνέβησαν, γιατί έχει σημασία να μάθεις αν είμαι καλά; Χωρίσαμε, τελειώσαμε όμορφα ωραία, σεβάστηκα την επιλογή σου και δεν σε ενόχλησα. Τώρα τι θες;
-Είχα ανάγκη να σου μιλήσω.
-Για ποιο πράγμα;
-Για μας....
-Δεν υπάρχει "μας" πια.... Το διέγραψες αν σου διαφεύγει.
-Κι αυτό ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου.
-Τώρα με φέρνεις στη θέση να σου πω πως είσαι υπερβολικός. Αντιθέτως, ήμουν κάποια που η παρουσία μου στη ζωή σου, σου δημιουργούσε πολλά προβλήματα και το άλλαξες αυτό.
-Ποτέ δεν μου δημιούργησες κανένα πρόβλημα. Το να είμαι μαζί σου ήταν επιλογή μου.
-Όπως και το να χωρίσουμε.
-Έκανα λάθος...
-Και να υποθέσω ότι θες να το διορθώσεις;
-Θα μπορούσα;
-Θα χρειαζόσουν πολλές δικαιολογίες....
-Δικαιολογίες για ποιο πράγμα....;

Κι εκεί του έστειλα όλα τα ανώνυμα εμαιλς που είχα λάβει. Πολλές από τις συνομιλίες του με τη Γωγώ, τις οποίες τις είχα κρατήσει γιατί απλά κι όταν τις διάβαζα δεν μπορούσα να πιστέψω πως ο άνθρωπος που εμπιστευόμουν όσο τίποτα στον κόσμο είχε απλά αντιγράψει σχεδόν ό,τι έλεγε σε μένα κι απλά είχε αλλάξει παραλήπτη.

-Δικαιολογίες για να μου πεις πως αποφάσισες να είσαι με αυτή που ονόμαζες ως την καλύτερή σου φίλη κι όμως σε μένα δεν είχε το κουράγιο να μου πεις την αλήθεια. Πως δεν έκανες καν τον κόπο να αλλάξεις τις προτάσεις σου, που δεν είχες καν την έμπνευση της νέας γνωριμίας αν θες για να ξεκινήσεις ένα φλερτ από το μηδέν. Κι έρχεσαι απόψε να μου πεις πως ο χωρισμός μας είναι λάθος; Και; Εγώ τι πρέπει να κάνω;
-Μ' αγαπάς;
-Εσύ ο ίδιος μου είπες πως η αγάπη δεν έχει καμμία σημασία, το ξέχασες;
-Έχει....
-Έχει ΤΩΡΑ....για ΣΕΝΑ..... τότε που είχε για μένα δεν το λογάριασες. Ήθελες απλά τον ελεύθερο χώρο για να αποκτήσεις μια νέα ερωμένη, έτσι απλά.
Κι εμένα προσπάθησες να μου πεις πως ήσουν πιεσμένος από παντού, πως κανείς δεν σε καταλάβαινε πως είχε τόσο σοβαρά προβλήματα...
Κι εγώ τώρα θα πρέπει να φανώ μεγαλόψυχη και να συγχωρήσω τι; Το λάθος που έκανες πριν 5 μήνες; Ακόμα κι αν σ'αγαπώ, όσο δυνατά κι αν σ'αγαπώ, λείπει κάτι πολύ σημαντικό....
-Τι;
-Δεν σε εμπιστεύομαι πια. Απέδειξες πως ούτε μια φορά δεν μου έχεις πει την αλήθεια. Και ξέρεις τι με λυπεί; Πως δεν είχες κανένα λόγο να μου πεις ψέμματα. Η μαγική σχέση που πίστευα πως είχαμε ξεκίνησε όταν μοιραστήκαμε οι δυο μας πράγματα που δεν είχαμε αποτυπώσει σε λέξεις ποτέ. Σκέψεις που απλά είχαν μείνει στο μυαλό μας, κι ήταν μόνο δικές μας.
Κι αυτό δυστυχώς στην πορεία χάθηκε.
-Δεν είναι έτσι. Είχα μάθει μια ζωή μόνος. Ακόμα και μέσα στην ίδια μου την οικογένεια δεν μπορούσα να μοιραστώ αυτό που σε άλλες το ονομάζουν καθημερινότητα. Είναι αλήθεια πως δέχτηκες τα πάντα. Μπορούσα να συζητήσω μαζί σου τα πάντα. Μα, δεν ήταν εύκολο να το μάθω να το κάνω πράξη. Αυτό που έγινε με τη Γωγώ ήταν η ανάγκη μου για επιβεβαίωση όταν σε έδιωξα από τη ζωή μου. Μου έλειπες αλλά μου ήταν δύσκολο να γυρίσω. Το φλερτ με τη Γωγώ δεν κατέληξε εκεί που φαντάζεσαι αλλά ούτε και πρόκειται ποτέ. Μου έλειπες μα πίστευα πως θα ήσουν κι εσύ καλύτερα χωρίς εμένα.
-Μόνο που ξέχασες να ρωτήσεις εμένα.....
-Είναι αργά να ζητήσω συγνώμη;
-Πρέπει να κλείσω..Είμαι πολύ κουρασμένη και δεν οδηγεί κάπου αυτή η συζήτηση..
-Δεν ήθελα να σε ενοχλήσω...συγνώμη....
-Μη φύγεις, σε παρακαλώ....
-Δεν μπορώ να μιλήσω άλλο, ειλικρινά....
-Μπορούμε να τα ξαναπούμε;
-Δεν έχω κάτι να σου πω...
-Τίποτα δεν έχουμε πια να μοιραστούμε;
-Με έναν άνθρωπο που με πρόδωσε, δεν έχω να μοιραστώ κάτι. Κι εσύ αυτό μόνο έκανες: Με πρόδωσες... Θα χαίρομαι να μαθαίνω πως είσαι καλά, ειλικρινά πάντα θα το εύχομαι αν και βέβαια δεν πρόκειται ποτέ να το μάθω αφού οι ζωές μας είναι παράλληλες. Μα δεν έχω να σου πω κάτι άλλο;
-Δε θες ούτε να ακούσεις τι έχω να σου πω;
-Μπορείς να μου πεις ό,τι θες αλλά όχι απόψε.
-Καλά λοιπόν.....εις το επανιδείν.....

Ηρεμία

Όλα έμοιαζαν να παίρνουν το ρυθμό τους. Έναν ρυθμό που δεν γνώριζα μα μου ήταν ευχάριστο να το ανακαλύπτω μέρα τη μέρα. Οι πονοκέφαλοι και οι ημικρανίες σιγά σιγά υποχωρούσαν, το ίδιο και οι πόνοι στο στομάχι μου.
Άρχισα να κοιμάμαι κανονικά και όχι με τις ώρες, προσπαθώντας να αποφεύγω τα προβλήματά μου, και πολλές φορές έπιανα τον εαυτό μου να χαμογελάει το πρωί βγαίνοντας από το σπίτι.

Όλα αυτά συνέβησαν το διάστημα που σκεφτόμουν πολύ σοβαρά να επισκεφθώ έναν ψυχολόγο. Είχαν περάσει 5 μήνες σχεδόν και δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου. Δεν ήξερα ότι υπάρχει τόσος πόνος στον Έρωτα. Δεν πίστευα ποτέ ότι μπορεί ένα συναίσθημα να σε γονατίσει έτσι. Κι όταν μέρα τη μέρα έπεφτα πιο βαθιά, έφτασα σε ένα σημείο που δεν με έβρισκα.

Τώρα άρχιζα μια διαδρομή που δεν πίστευα ποτέ ότι κάνουν όσοι έχουν νοιώσει τόσο έντονα συναισθήματα.
Έβλεπα τι είχε αφήσει η θύελλα πίσω της, είχα περάσει το πρώτο σοκ, και μάζευα σιγά σιγά ό,τι είχε σκορπίσει.

Οι ενέργειες που έκανε ο πατέρας μου βρίσκονταν αρκετά συχνά μπροστά μου.
Ειδικά όταν έψαχνα να βρω δουλειά. Χρησιμοποίησε όλες τις γνωριμίες του και όση επιρροή διέθετε για να κλείσουν πολλές πόρτες.
Είχε το σκεπτικό ότι αν δεν έβρισκα δουλειά, δεν θα μπορούσα να ανταπεξέλθω στα έξοδα και θα γύριζα με τα μάτια πολύ χαμηλά για να ξαναμείνω στο σπίτι που άφησα.

Δεν ήξερε ότι την ημέρα που έφυγα είχα δώσει όρκο πως την πόρτα του σπιτιού δεν θα την ξαναπεράσω ποτέ.

Ο Λευτέρης ερχόταν τακτικά στο σπίτι. Περίμενε να κοιμηθούν τα παιδιά κι έπειτα έφευγε.
Το κλίμα ήταν για αρκετό καιρό βαρύ, μα σιγά σιγά αρχίσαμε να μιλάμε σαν άνθρωποι. Είχα την αίσθηση πως προσπαθούσε να με γνωρίσει. Υπήρξα για χρόνια ένας άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του και τον είχα προδώσει.
Δεν υπήρχε κάτι να του εξηγήσω. Δεν μπορούσα να του εξηγήσω πράγματα που ούτε κι εγώ καταλάβαινα. Το κυριότερο όμως ήταν ότι δεν μπορούσα να του ζητήσω συγνώμη. Γιατί θεωρώ ότι όταν ζητάς συγνώμη, έχεις συνειδητοποιήσει τι λάθος έχεις κάνει και θες ο άλλος να σου δώσει μια ευκαιρία να του αποδείξεις την ανάγκη σου να επανορθώσεις.

Δεν δεχόμουν ότι έχω κάνει λάθος πέρα από την προδοσία.
Μου ήταν αδύνατον να ζητήσω μια δεύτερη ευκαιρία γιατί είχα την ανάγκη να μείνω μόνη μου. Είχα τη βαθιά ανάγκη να συγχωρήσω τον εαυτό μου που του πήγα κόντρα. Που δεν άκουσα τη λογική μου ούτε τους φόβους της ούτε τις υποψίες της, που εγώ η ίδια με είχα ρίξει τόσο χαμηλά με το να προσπαθώ να δικαιολογήσω καταστάσεις του Αναστάσιου που ακόμα κι ένα μικρό παιδί θα τις έβρισκε αστείες.
Ήθελα να πάψω να είμαι θυμωμένη με μένα και να σταματήσω να αναρωτιέμαι γιατί τόσα ψέμματα πια...

Έχτισα τείχη ασφαλείας και επέτρεψα για πρώτη φορά στον εαυτό μου να νοιώθει άνετα με αυτή την κατάσταση. Ό,τι θα μπορούσε να με στενοχωρήσει, να με προβληματίσει ή διαισθανόμουν ότι θα μου έκανε κακό, το απομάκρυνα ενστικτωδώς. Προφύλασσα για πρώτη φορά εγώ η ίδια μένα. Δεν άφηνα τίποτα να με πλησιάσει... μόνο τα παιδιά μου.

Και παρά το γεγονός ότι χρωστούσα μια σταράτη εξήγηση στο Λευτέρη και ουδέποτε υπήρξα άτομο της αναβολής, αυτή τη φορά έδωσα στον εαυτό μου όλο το χρόνο που χρειαζόταν.

Στο φροντιστήριο ήμασταν όλο κοπέλες, μα με τη Νίκη αρχίσαμε σιγά σιγά να κάνουμε παρέα. Μετά το μάθημα πηγαίναμε να πιούμε σοκολάτα και να χαλαρώσουμε λίγο, και προσπαθούσαμε να το διαλύουμε νωρίς γιατί εκείνη έμενε μακριά, κι εγώ έπρεπε να γυρίσω σπίτι με τα παιδιά.

Περνούσαμε ωραία μαζί. Μου θύμιζε πολύ έντονα τον Αναστάσιο, είχαν την ίδια ηρεμία, τον ίδιο τρόπο σκέψης, και παρά το γεγονός ότι ήμασταν η μέρα και η νύχτα η παρέα μας έκανε καλό.

Είχαν τα ίδια μαύρα μάτια.....

"Μπορεί να πέφτουνε τα φύλλα μου στο χώμα,
μπορεί να έφτασε η ψυχη μου μές στο στόμα,
όμως εγώ δεν εχω πει αντίο ακόμα,άκου,ακόμα ζώ!
Μπορεί να κάνει παγωνιά ,να νιωθω κρύο,
να ναι για μένα στο λιμάνι αυτό το πλοίο,
όμως δεν έχω πει ακόματο αντίο,άκου,ακόμα ζώ!

Είμαι φωτιά ,κεραυνός κι αστραπή,
η καταιγίδα που φέρνειβροχή,
είμαι ένας ήχος που ζεί στη σιωπή,

άκου,εχω φωνή!

Μπορεί να έφυγες και συ απ'τη ζωή μου
και να μου πήρες την ανάσα ,την πνοή μου,
όμως εγώ σε νιώθω ακόμα στην αφή μου,
άκου,ακόμα ζω!

Μπορεί η νύχτα νά'ναι απέξω απ'την καρδιά μου,
να με γυρεύει να φωνάζει τ'ονομά μου,
όμως εγώ θα τα τελειώσω τα όνειρά μου
άκου,ακόμα ζώ!"

Ένα βήμα την κάθε φορά

Οι ετοιμασίες στο σπίτι μου έτρωγαν όλο το χρόνο και την πολύ λίγη ενεργητικότητα που είχα αποκτήσει σιγά σιγά. Μέρα τη μέρα γινόταν πιο όμορφο, οι κοπέλες μου είχαν ξετρελλαθεί με το δωμάτιό τους, τα χρώματα και κυρίως το...χώρο που είχαν να παίξουν.

Για βδομάδες, έπεφτα στο κρεβάτι και δεν προλάβαινα να σκεφτώ τίποτα από την κούραση. Καμιά φορά εκείνη η μια ερώτηση ξεπηδούσε από το πίσω μέρος του μυαλού μου και λαχατρούσε μια απάντηση... "Άραγε, μ'αγάπησε ποτέ;"
Δεν ξέρω αν άντεχα την απάντηση, δεν ξέρω αν υπήρχε καν απάντηση ή αν ήταν εντελώς ανόητη η ερώτησή μου μετά από όλα όσα είχαν συμβεί.

Το φροντιστήριο μου έδωσε την ευκαιρία να περπατήσω ξανά στην πλατεία το βράδυ. Αγαπημένες στιγμές που είχα για πολύ καιρό ξεχάσει. Με έβαλε ξανά στη διαδικασία να νοιώσω μαθήτρια, να φροντίζω τα βιβλία μου, να πρέπει να διαβάσω, ενώ κάποιες περιστασιακές δουλειές μου παρουσιάστηκαν και δεν τις άφησα.

Όσες πόρτες είχα χτυπήσει σε γνωστούς και φίλους ο πατέρας μου είχε προλάβει.
Μου φαινόταν αστείο, νόμιζα πως ζούσα σε ελληνική ταινία κάποιες φορές μα δυστυχώς ήταν αλήθεια. Για μένα η ιστορία με τους δικούς μου είχε τελειώσει. Και μπορώ να πω αισίως αφού είχαν κάνει πίσω με το θέμα των παιδιών.

Όταν τελείωσε το σπίτι, ήταν ήδη καλοκαίρι. Λάτρευα να κάθομαι στο μπαλκόνι και να χαζεύω τους περαστικούς, τα μαγαζιά να κλείνουν, οικογένειες που ανέβαιναν στο αυτοκίνητό τους για να πάνε τη βόλτα τους ή να γυρίσουν σπίτι τους.

Κάποιες στιγμές το θεωρούσα τραγικό κάτι που άλλοι μπορεί να μην το είχαν καθόλου εκτιμήσει σε εμένα να έλειπε τόσο πολύ.
Το μόνο που νοστάλγησα από το παλιό μου σπίτι, ήταν το σκυλί μου, ο Ρόξυ. Και τα λουλούδια μου. Προσπάθησα να φυτέψω το μπαλκόνι αλλά....δεν ήταν όπως το σπίτι.
Και η βροχή όταν έπεφτε, έμοιαζε με ξένη. Δεν άκουγα πια τον ήχο της όταν άγγιζε το χώμα, ούτε καταλάβαινα την παρουσία της στα κεραμμύδια. Πολλές φορές δεν ήξερα ότι βρέχει. Μα μπροστά στην ηρεμία μου μπορούσα να τα ξεπεράσω όλα.

Έτσι από βλαχάκι μια ζωή, κατέληξα να προσπαθώ να ζω στην πόλη.
Δειλά δειλά στο φροντιστήριο είχα κάνει γνωριμίες. Αυτό σήμαινε για μένα ότι είχα ξαναρχίσει να είμαι ευγενική με ξένους, κοινωνική και σίγουρα κανένας δεν έβλεπε σε μένα το αγρίμι που είχα δει εγώ στον εαυτό μου.

Μάλιστα μια παρουσία εκεί με ξεχώρισε....ή την ξεχώρισα; Δεν είμαι ακριβώς σίγουρη.
Εγώ που σπάνια κάνω φιλίες με γυναίκες, τη Νίκη τη συμπάθησα από τις πρώτες μας κουβέντες.

Ίσως γιατί είχε δύο κατάμαυρα μάτια που μου θύμιζαν κάποιον.
Ή ίσως γιατί οι συμπτώσεις στη ζωή μου δεν είχαν τελειώσει ακόμα.....


"To really love a woman to understand her
you've got to know what deep inside
hear every thought see every dream and give her wings
when she wants to fly and when you find yourself lying helpless in her arms
You know you really love a woman
When you love a woman you tell her that she's really woman
When you love a woman you tell her that she's the one
She needs somebody to tell her that it's gonna last forever
So tell me have you ever really really, reallly ever loved a woman? "

Ξανά απ' το μηδέν

Δεν κατάφερα τελικά να πείσω τον Λευτέρη να φύγουμε από κείνο το σπίτι. Δεν ευσταθούσε καμμία δικαιολογία από αυτές που έλεγα μα και τα υπόλοιπα σπίτι που είχα βρει μόνη μου δεν ήταν καν λειτουργικά πόσο μάλλον όμορφα.....

Έτσι θεώρησα πως απλά έμπαινα σε μια νέα δοκιμασία. Όταν δεν μπορείς να αποφύγεις ένα πρόβλημα, το αντιμετωπίζεις.

Η μετακόμιση ήταν και η μόνη ενέργεια που με ώθησε αναγκαστικά να βγω στον κόσμο ξανά. Η ευτυχία μου τότε ήταν ότι δεν τον έβλεπα πουθενά, δεν είχαμε συναντηθεί καν τυχαία, έτσι προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι όλα ήταν εντάξει.

Έστησα ένα καινούριο σπιτικό μα με μια διαλυμένη οικογένεια. Ο Λευτέρης έφυγε από το σπίτι. Η σιωπή που είχε μπει ανάμεσά μας, δεν ήταν ό,τι το καλύτερο. Για το μόνο που στενοχωριούμουν ήταν ότι του είχα προκαλέσει τόσο πόνο όσο δεν πίστευα ποτέ ότι μπορώ να κάνω.

Γύριζε, έβλεπε τα παιδιά, μας φρόντιζε, μας ψώνιζε, ήταν ευγενικός απέναντί μου...αλλά μέχρι εκεί. Δεν είχα λόγια να του πω. Να πω τι; Ότι τον πρόδωσα; Ότι λυπόμουν; Ότι είχα μετανοιώσει; Τέτοιες στιγμές τα λόγια είναι όχι μόνο περιττά αλλά και πολύ επώδυνα.....

Σιγά σιγά άρχισα να ξυπνάω από το λήθαργό μου....

Μέσα στην πόλη άκουγα την κίνηση, τους ανθρώπους, ένοιωθα ξανά ζωντανή, πως είμαι μέρος του κόσμου.
Ξεμύτιζα δειλά δειλά.... Ήμουν στο κέντρο, μπορούσα να πάω οπουδήποτε με τα πόδια, έβλεπα πιο συχνά γνωστούς και φίλους, το σπίτι δεν έμενε χωρίς κόσμο ποτέ.
Όσοι με γνώριζαν ήξεραν πως κάτι συμβαίνει, οι φίλοι όμως δεν μου έκαναν ποτέ δύσκολες ερωτήσεις.
Γράφτηκα σε ένα φροντιστήριο, κι ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που μου χάρισαν πραγματικά ευτυχία. Θα έκανα ένα όνειρό μου πραγματικότητα μετά από 15 χρόνια αναβολών.

Σιγά σίγα έμπαινα ξανά στο διαδίκτυο, αυτή τη φορά ως ένας αδιάφορος χρήστης που θέλει να σκοτώσει την ώρα του.
Υπήρξε όμως κάποιος που ήθελε να με πληγώσει ακόμα πιο πολύ....

Ό,τι εμαιλς αντέλλασε ο Αναστάσιος με τη Γεωργία έρχονταν και στα δικά μου εισερχόμενα.... Φυσικά έγραφε και τα δικά του σχόλια από κάτω.... Κάποιος ήξερε την ιστορία μας, και ήθελε όπως έλεγε να μου ανοίξει τα μάτια να καταλάβω με τι άνθρωπο είχα μπλέξει.

Φωτογραφίες, ερωτικά μηνύματα, υποννοούμενα, λογοπαίγνια, όλα....
Τίποτα δεν άφησε ο άγνωστος που να μη μου το ανακοινώσει.

Πόνεσα πολύ. Όχι λόγω ζήλειας όμως. Απογοητεύτηκα γιατί μέχρι τότε πίστευα πως ό,τι μοιράστηκα με τον Αναστάσιο ήταν κάτι πολύ ιδιαίτερο, πολύ μοναδικό. Πίστευα πως το ίδιο αισθανόταν κι εκείνος, μα με ό,τι είχα διαβάσει δυστυχώς αυτό δεν αποδεικνυόταν με τίποτε.....

Προσπάθησα να μπλοκάρω την διεύθυνση εμαιλ μα ήταν από ανώνυμη διεύθυνση κι έτσι δεν γινόταν. Άρχισα να τα σβήνω χωρίς να τα διαβάσω. Προσπαθούσα να στήσω τη ζωή μου από την αρχή και δεν με βοηθούσε αυτό.
Αφού εκείνος με είχε διαγράψει απλά έπρεπε να μάθω να συνεχίσω.. Κι αφού του ήταν τόσο δύσκολο να μου πει την πραγματική αιτία που ήθελε να χωρίσουμε, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα παρά να συνειδητοποιήσω την κατάσταση.

Αρχές Σεπτεμβρίου άρχιζαν τα κορίτσια σχολείο κι έτσι κάθε πρωί, ετοιμαζόμασταν μέσα στην τρελλή χαρά και πηγαίναμε. Αρχίζαμε σιγά σιγά να μαθαίνουμε πως πρέπει να περπατάμε από το πεζοδρόμιο, να κοιτάμε το δρόμο και τα αυτοκίνητα, να μη μιλάμε σε αγνώστους, να μην παίρνουμε καραμέλες από ανθρώπους που δεν ξέρουμε.....

Είχα χάσει χρόνο από τα παιδιά μου και ρούφαγα την κάθε στιγμή. Συνειδητοποίησα ξαφνικά τι όμορφο ήταν να λες καλημέρα σε όποιον συναντάς, να παίρνεις ζεστό ψωμί από το φούρνο, να χαζεύεις λίγο τον κόσμο πριν γυρίσεις σπίτι να μαγειρέψεις. Εκεί που ζούσα πρώτα ήταν ερημιά, χρειαζόμουν μεταφορικό μέσον για να κάνω τέτοιες μικρές δουλίτσες αφού οδηγούσα για 10 χιλιόμετρα πρώτα.

Μόνο που οι συμπτώσεις δεν θα σταματούσαν εδώ....

Τον ίδιο δρόμο έπαιρνε και ο Αναστάσιος κάθε πρωί για να πάει στο μαγαζί του.
Και μοιραία, συναντηθήκαμε στο δρόμο ξανά......

"Είδα μέσα στη βουή
την παλιά μου αγάπη
τόσες θύελλες εκεί
τόσες πυρκαγιές....

Πως να κλείσει η πληγή
πως να βγει τ' αγκάθι
γιατί, βρήκαμε γιατί,
τόσες αφορμές..;;"

Ο πάτος

Κοιμόμουν όλη μέρα. Και όλη νύχτα.

Σηκωνόμουν το πρωί, ετοίμαζα τα παιδιά για τον παιδικό, τα έπαιρνε ο Λευτέρης κι εγώ ξαναπήγαινα να κοιμηθώ.
Έκλεισα κινητά, σταθερά, θάφτηκα μέσα σε ένα δωμάτιο 2Χ2.
Δεν έβγαινα έξω ούτε στην αυλή για κανέναν λόγο.
Μου ήταν όλα αδιάφορα. Μόλις διαπίστωσα και πόσο ευσυγκίνητη είχα γίνει, έπαψα να ανοίγω και την τηλεόραση. Δεν πλησίαζα τίποτα που να είχε μουσική.
Για πάνω από 3 μήνες δεν άντεχα τη μουσική. Με κλειστά τα μάτια νόμιζα πως τίποτα δεν μπορούσε να μου τον θυμίσει. Δεν ξαναπήγα στη μεγάλη πόλη. Έκανα το ίδιο μου το σπίτι κελί, με την ψυχή μου κρατούμενη, τιμωρημένη για όσα είχε νοιώσει.

Ξυπνούσα λίγο πριν το μεσημέρι, μαγείρευα, κι έπεφτα ξανά για ύπνο. Δεν με έβλεπε πια κανείς. Ούτε οι δικοί μου που έμεναν απέναντι, ούτε ο άντρας μου μα ούτε και τα παιδιά μου.
Όποιος φίλος κι αν με πλησίασε εκείνο τον καιρό, δεν τον θυμάμαι. Ό,τι κι αν μου είπαν, έμειναν έξω από τα τείχη που είχα φτιάξει. Ήμουν σε λήθαργο.....ακόμα και όταν ήμουν ξύπνια. Θυμάμαι μόνο μαύρο από εκείνο τον καιρό.

Πατζούρια κλειστά, κουρτίνες κλειστές, η πόρτα μου κλειδωμένη. Εγώ απούσα. Η μόνη μου έξοδος όταν αναγκάστηκα να με μεταφέρουν με νεύρωση στομάχου. Σε ένα νοσοκομείο όπου η ζωή και ο θάνατος περπατάνε δίπλα δίπλα το σοκ της πραγματικότητας δεν με συγκίνησε. Έφυγα το ίδιο βράδυ με τις πυτζάμες μου κι ένα ταξί για να κλειστώ στην ασφάλεια του κελιού μου.

Με χώριζε στη μέση η αγάπη μου για εκείνον και η εμπιστοσύνη μου που είχε προδώσει τόσο εύκολα. Δεν είχα καμία απαίτηση από εκείνον ποτέ, μα το να με υποτιμήσει, δεν του το είχα επιτρέψει ποτέ.

Και τότε βρήκε την ευκαιρία ο πατέρας μου να ξεκινήσει τον πόλεμο. Πάντα το θεωρούσα άνανδρο να χτυπάς κάποιον που είναι ήδη γονατισμένος, μα τώρα, μετά από τόσο καιρό, νομίζω πως αν δεν ήταν εκείνος δεν θα είχα σηκωθεί ποτέ.
Δεν φοβόμουν πια για το τι θα έχανα. Δεν είχα τίποτα να χάσω. Ή έτσι νόμιζα.
Νόμιζα πως είχα χάσει εμένα, άρα όλα τα υπόλοιπα ήταν ασήμαντα. Μέχρι που ο πόλεμος ξεκίνησε, κάποιοι του είχαν πει για κάποιον που είχαν δει μαζί μου, μέσες άκρες, και με απείλησε ότι θα του κάνει κακό.

Ή θα συμμορφωνόμουν με ό,τι σχεδίαζε και θα του έλεγα ποιος ήταν αυτός που είχα ατιμάσει το οικογενειακό μας όνομα, ή θα τον έβρισκε μόνος του και θα τον διέλυε. Ήξερα τι ήταν ικανός να κάνει. Το είχα δει πολλές φορές στο παρελθόν με διάφορα άτομα και διαφορετικές καταστάσεις. Υπήρξαν φορές που λυπήθηκα τον ξένο κόσμο και μίσησα τον ίδιο μου τον πατέρα. Ήξερα.... και γιαυτό φοβήθηκα.
Ήξερα τον πατέρα μου μα συνειδητοποιούσα και την αδυναμία του Αναστάσιου. Ο "κόσμος" είχε ήδη φύγει μία φορά από το σπίτι με το παιδί και από τις κουβέντες που μου είχε πει κατάλαβα πως της ήταν πολύ εύκολο να τον τιμωρήσει στερώντας του το παιδί τους.
Ήξερα πως στο ένα μαγαζί, υπήρχε ο πατέρας του. Κακά τα ψέμματα αυτόν ήξεραν οι πιο παλιοί, αυτός είχε συνεχίσει για πολλά χρόνια το όνομα του πατέρα του και ο Αναστάσιος ήταν ακόμα στην αρχή. Μάλλον υπό επιτήρηση από ένα αφεντικό που ήθελε τα πάντα να γίνονται όπως γνώριζε αυτός. Δεν δεχόταν ότι οι εποχές έχουν αλλάξει και δεν νομίζω πως πίστεψε ποτέ στις ικανότητες του γιού του. Δεν έφυγε από το μαγαζί ούτε κι όταν πήρε τη σύνταξη...
Και τότε ξύπνησα. Όχι απλά ξύπνησα, πήδηξα μέχρι το ταβάνι. Ό,τι κι αν γινόταν ο Αναστάσιος δεν ήθελα να πάθει τίποτα.
Μέρες και νύχτες πέρασαν μέσα σε απειλές, φοβέρες, προειδοποιήσεις. Και μια μέρα που με πήρε ένας οικογενειακός φίλος δικηγόρος τηλέφωνο, χτύπησα τη γροθιά μου στο μαχαίρι.

Σκόπευαν να μου κάνουν ασφαλιστικά μέτρα να μου πάρουν τα παιδιά. Και εκεί σκύλιασα. Τα βρόντηξα όλα στα μούτρα τους κι έφυγα. Φόρτωσα χαρτοκιβώτια νουνού, έδωσα μια κλωτσιά στην πόρτα του πατρικού μου σπιτιού, φώναξα τον πατέρα μου και του είπα πως του τα χαρίζω όλα. Τα γραμμάτια από το πατρικό που είχα πληρώσει, το δικό μου σπίτι που είχα χτίσει με τόσες στερήσεις, την περιουσία στο όνομα και των δύο μας, όλα δικά του. Τα επιδόματα, τις άδειες, το ΙΚΑ, τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα για όσα χρόνια δούλευα στο μαγαζί, όλα χάρισμά του.
Αν πείραζε μια τρίχα από τα μαλλιά των παιδιών μου, θα πήγαινα δικαστικώς, θα έπαιρνα ό,τι μου αναλογούσε, και ορκίστηκα πως ό,τι έπαιρνα, θα το μοίραζα σε ιδρύματα που ασχολούνται με παιδιά.Του είπα πως του είχαν πει ψέμματα για την όποια παράνομη σχέση του είχαν πει, πως με συκοφαντούσαν κι άλλα....ψέμματα.

Τα λεφτά όμως πάντα ήταν το ευαίσθητο σημείο του πατέρα μου.... Κι ευτυχώς έπιασε. Έφυγα νύχτα και πήγα στη μεγάλη πόλη. Έψαχνα αρκετό καιρό για σπίτι... Άμα έχεις αφήσει 2 σπίτια που έχεις φτιάξει κάνοντας φοβερές οικονομίες, στερώντας από τον εαυτό σου πολλά σαν παιδί και σαν έφηβη, και παλάτι να μου έβρισκαν, πάλι δεν θα μου άρεσε. Ένα πρωί, ήρθε ο Λευτέρης, με κάτι κλειδιά στο χέρι του και μου είπε για ένα σπίτι όνειρο.

Η συμπεριφορά του ήταν πολύ ευγενική. Τόσο που μου ερχόταν να ουρλιάξω. Προτιμούσα να με βρίσει, να μου φωνάξει, να ξεσπάσει με όποιο τρόπο ήθελε. Δεν άντεχα και τη δική του σιωπή.

"Είμαι ο πατέρας των παιδιών, δεν είμαι;"
μου απάντησε ένα βράδυ που προσπαθούσα να βρω τη δύναμη να του πω.

"Κι αν δεν μου το στερήσεις και αυτό, άσε με να κάνω αυτό που πρέπει."

Ένα χαστούκι ούτε καν θα με ενοχλούσε.... Αυτό με πέθανε.

Η τραγική ειρωνεία ήταν πως το σπίτι αυτό, ήταν σχεδόν δίπλα από εκεί που άραζε το αυτοκίνητό του ο Αναστάσιος. Ένα δρόμο πιο κάτω από το πρώτο μας ραντεβού, από το σημείο που είχαμε συναντηθεί πολλές φορές, εντελώς "συμπτωματικά" για να τον δω λίγο μόνο του.... Η μεριά που πήγαινα να δω όταν έκλεινε το μαγαζί, αν φεύγοντας ήταν καλά, έστω κι αν εκείνος δεν με έβλεπε ποτέ.
Θυμάμαι μπήκα στο σπίτι που ήταν πραγματικά πανέμορφο και δεν ήξερα τι να κάνω....; Να κλάψω ή να γελάσω.....; Βρήκα χίλιες δύο δικαιολογίες. Ήθελα να φύγω από εκεί, αισθανόμουν σαν ποντίκι στη φάκα, μα η αλήθεια ήταν πως τίποτα από όσα έλεγα δεν ευσταθούσε.

"Για φαντάσου να φύγεις από εκεί και να βρεις σπίτι στη μεγάλη πόλη.... Θα μπορώ να περνάω κάθε μέρα να σε βλέπω!!!"

μου είχε πει σε μια κουβέντα που είχαμε κάνει μήνες πριν ο Αναστάσιος, όταν του είχα πει πως θέλω να βγω από το κελί μου....

"Και που ξέρεις ότι όταν γίνει αυτό θα είμαστε μαζί;" τον ρώτησα....
"Θα είμαστε.... Γιατί σ'αγαπάω πάρα πολύ. Είσαι ό,τι πιο όμορφο μου έχει συμβεί. Μαζί σου γνώρισα όμορφες καταστάσεις που είχα ξεχάσει, ένοιωσα τον έρωτα που δεν με άφησαν ποτέ να νοιώσω, μου δίνεις φτερά όταν όλοι γύρω με τσακίζουν. Όπου κι αν είσαι, ό,τι κι αν γίνει, πάντα θα έρχομαι να σε βρω...."


Από τις φορές που η διορατικότητά μου είχε λειτουργήσει, κι από τις σπάνιες που διάβασα όμορφα λόγια του..... Να όμως που είχα βγει αληθινή.

Όταν ρυθμίσετε λοιπόν, τη διαθήκη
Και του μερίδιο δοθεί του καθενός
Εμένα αφήστε μου το δρόμο που μου ανήκει
Αυτόν που διάλεξα να πάρω μοναχός
Σε διαθήκη με σημαίες και συνθήματα
Εγώ είμαι ελεύθερος αέρας που φυσά
Εγώ έχω φίλους τα βουνά κι όλα τα κύματα
Εγώ έχω αδέρφια τα ποτάμια, τα πουλιά.....

Το ξέσπασμα

Κι έτσι άρχισε η κατηφόρα... Και εγώ σε σχήμα μπαλίτσας.... (καλά..βαρελάκι μην τα χαλάσουμε.....) έκανα την αρχή και δεν σταμάταγα με τίποτα....Ο συνέταιρος αγρόν αγόραζε και άνοιγε τρύπες στο καράβι του Αναστάσιου, σε ολοστρόγγυλο σχήμα.

Κάποιες που του ξέφευγαν, φρόντιζε να τις μαρκάρει για το μέλλον ώστε να ξαναπροσπαθήσει να τις μεγαλώσει ανάλογα με τη διάθεση. Κάπου εκεί ήταν που του ξέφυγαν του Αναστάσιου ότι αγόρασε αυτοκίνητο ο συνέταιρος αλλά.....πλήρωνε αυτός τα γραμμάτια, άλλα κουβέντιαζαν στις συναντήσεις κι άλλα γίνονταν στο μαγαζί, έκλειναν ραντεβού να μιλήσουν για το μαγαζί και ο συνέταιρος πήγαινε ρομαντικά διήμερα και εξαφανιζόταν....κι άλλα τέτοια τρελά.

Τρελά δηλαδή για μένα. Ο Αναστάσιος πιεζόταν μεν, φόρτωνε, στενοχωριόταν αλλά......δεν μίλαγε. Κι αυτή ήταν η μεγάλη μας διαφορά. Ή μάλλον μία από τις μεγάλες μας διαφορές. Βλέπαμε το ίδιο πράγμα αλλά με διαφορετική ματιά...

Εγώ ας πούμε δεν θα μπορούσα ποτέ σε ό,τι με αδικεί να κλείσω το στόμα μου. Βέβαια εγώ δεν είχα κάνει συνεταιρισμό με τον ίδιο μου τον πατέρα, όχι με έναν συγγενή που το επαγγελματικό παρελθόν του δεν ήταν και το καλύτερο βιογραφικό για όποια συνεργασία τύχαινε.

Μετά από μια απογραφή στο ένα μαγαζί, γιορτές με συνεχές ωράριο, φοβερή κούραση, κάποιες ζαλάδες και μια λιποθυμία του, αποφάσισε να πάει στο γιατρό να κάνει κάποιες εξετάσεις. Οι λίγες γνώσεις που είχα για την ασθένειά του δεν με βοηθούσαν να ηρεμήσω, ήλπιζα όμως όποια κι αν ήταν τα αποτελέσματα να μου πει την αλήθεια.

Μετά την ανακοίνωση ότι όλα ήταν καλά, η συμπεριφορά που ακολούθησε ήταν ό,τι χειρότερο μπορεί να βιώσει άνθρωπος. Με απέφευγε. Με έναν πολύ δηκτικό τρόπο, τον τρόπο της σιωπής, της απαξίωσης. Άρχισα πάλι να παλεύω να πάρω μια απάντηση, να μάθω τι συμβαίνει, τι είχε, να προσπαθώ μέσα στην απομόνωση που με είχε να δω τι λύσεις υπήρχαν για προβλήματα που...φανταζόμουν ότι είχε.

Περνούσαν οι μέρες να περιμένω ένα μήνυμα στο κινητό, οι νύχτες για ένα εμαιλ, να κουβεντιάσουμε. Εγώ έστελνα δέκα, για να πάρω μια ξερή απάντηση, ότι είναι καλά και τίποτα άλλο. Κάποιες φορές μου έλεγε πως δεν έμπαινε καθόλου και γιαυτό δεν μου έστελνε μηνύματα...μα η αλήθεια ήταν άλλη τελικά.....

Η επικοινωνία του με τη Γεωργία είχε φουντώσει...φρόντισε μάλιστα να την εξυπηρετήσει και σαν φίλη που ήταν, να της κάνει δώρο και μια κάμερα....Κι όταν τελικά μιλήσαμε για λίγο και μου είπε πόσο χάλια ήταν με τα όσα συνέβαιναν και στα δύο μαγαζιά, έκανα ένα βήμα πίσω και άφησα το δίκιο μου στην άκρη.

Θυμάμαι είχα κερδίσει σε ένα αυγουλάκι Κinder ένα χαμστεράκι που σήκωνε βάρη...και το φύλαξα για να του το δώσω μια και τον φώναζα χαιδευτικά χαμστεράκι έτσι που έτρεχε όλη μέρα...... Όταν του ζήτησα πια πιεσμένη εντελώς από την άγνοια και τις θεωρίες του μυαλού μου για το τι μπορεί να συμβαίνει, να συναντηθούμε, ήμουν χαρούμενη που δέχτηκε και που θα τον έκανα να χαμογελάσει με το χαζό δωράκι μου...

Συναντηθήκαμε κι ήταν 7 Μαϊου , ώρα 21:45. Τον ρώταγα τι συμβαίνει, τι πρόβλημα υπήρχε και σιωπούσε. Καθόταν με βλέμμα καρφωμένο στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, με είχε δει ότι καθόμουν δίπλα του; Ρωτούσα κι άκουγα τη σιωπή...
Ξαναρωτούσα...και πάλι σιωπή.

Και τελικά, έκανε το μεγάλο μπαμ!Μου είπε πως κουράστηκε όλοι να τα περιμένουν όλα από αυτόν, ότι δεν ανέχεται άλλο να τον κοροιδεύουν, ότι δεν μπορεί πάντα αυτός να βρίσκει λύσεις για όλα, ότι τον εκμεταλλεύονταν, ότι δεν τον υπολόγιζαν, ότι όλοι είχαν καθίσει πάνω στο κεφάλι του και τέρμα, αυτό ήταν. Μέχρι εκεί και μη παρέκει....

Χείμαρρος......Πρώτη φορά τον είδα έτσι.. Ο πάντα αισιόδοξος άντρας που είχα γνωρίσει δεν υπήρχε. Στη θέση του έβλεπα έναν πολύ κουρασμένο, προβληματισμένο, σχεδόν άρρωστο άντρα που μου ήταν ξένος.

"Τέρμα! Αρχίζω να διαγράφω όλους και όλα!"
"Κι εμένα; Εγώ τι έκανα; Δεν μ'αγαπάς πια;"
"Κι εσένα! Η αγάπη δεν έχει καμμία σημασία......"

Του ζήτησα να με κοιτάξει στα μάτια μα δεν το έκανε.... Πήρα την παλάμη του, την άνοιξα κι άφησα το χαμστεράκι στα χέρια του...

"Ήθελα μόνο να σου φτιάξω το κέφι.... Πάρτο, είναι για σένα. Θα γίνει όπως θες......"

Άνοιξα την πόρτα κι έφυγα. Κι ήταν η πρώτη φορά που δεν κοίταξα πίσω.
Η ώρα ήταν 22:12.

Θα τα βροντήξω όλα κάτω και θα φύγω,
Θα τα βροντήξω σου το λέω αληθινά,
Μου ΄χετε φάει τη ζωή μου λίγο λίγο
Θα τα βροντήξω και θα πάρω τα βουνά..
Όλους και όλα τα σιχάθηκα

Δεν θέλω πια κανέναν
Όλους και όλα τα σιχάθηκα
Και πιο πολύ εσένα......