Το μετά

Ήταν τόσο κρύο όσο το τότε.
Είχαμε ψυχρανθεί μα δεν σκόπευα να κάνω κάτι γιαυτό.
Εκείνος ρωτούσε με μηνύματα τι κάνω, μου έστελνε την καλημέρα του, κι εγώ έβρισκα καταφύγιο στη δουλειά, ξεχνιόμουν και δεν πονούσα.

Ήξερα πως μου έκρυβε κάτι αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί!

Κάποια μέρα, πέρασε από τη δουλειά. Δεν πρόλαβα να τον δω και γιαυτό δεν τον πίστεψα στην αρχή, μα εκείνος που έβλεπε και θυμόταν την παραμικρή λεπτομέρεια μου περιέγραψε μέχρι και με ποιον μίλαγα και τι έλεγα....
Έτσι αρχίσαμε να ξαναμιλάμε, εκείνος να είναι ξανά τρυφερός, να προσπαθεί να με πείσει να ξεχάσουμε το ατυχές ραντεβού, να ξανασυναντηθούμε, να είμαστε όπως παλιά...

Μου είπε να τον παίρνω το πρωί ξανά και ξανά αλλά....μετά τις 9.
Μα μετά τις 9 ήταν στο μαγαζί πως θα μου μιλούσε;
Και γιατί όχι πιο νωρίς;
Γιατί ο κόσμος ήταν σπίτι...
Γιατί ο κόσμος ήταν σπίτι αφού έφευγε για δουλειά πριν από αυτόν.....;;;;
Και γιατί ο κόσμος πήγαινε αραιά και που στην Αθήνα.....μόνος του;
Ποτέ δεν τον άφηνε μόνο του πίσω και ποτέ δεν άφηνε τη μικρή σε ξένα χέρια γιατί ήταν ζωηρή και δεν καθόταν.....
Γιατί πεθύμησε τα ξαδέρφια.....
Πως γίνεται να στερείται τη βόλτα ένα Σάββατο βράδυ γιατί η μικρή δεν κάθεται αλλά να πηγαίνει ταξίδι στην Αθήνα και να τα αφήνει όλα πίσω της;
Μήπως ήταν έγκυος;
Τρελλή είσαι; Είμαστε τώρα για τέτοια;

Και περνούσαν οι μέρες, μα η διαίσθηση εκεί.....κολλημένη...
Κι εκείνος να θέλει να συναντιόμαστε, να είμαστε μαζί, να ονειρεύεται μέλλον, να σχεδιάζει τα βράδια μας, να μου μιλάει.....να μου λέει......να μου υπόσχεται.....

Αχ, αυτές οι υποσχέσεις.....
Ούτε μία δεν κράτησε.....ούτε μία.
Δεν μου έλειψαν τα δώρα που υποσχέθηκε. Ούτε το τι θα έκανε.
Δεν έψαξα τα ταξίδια που θα με πήγαινε. Ούτε το ότι δεν ξεκουραζόταν ποτέ.
Έψαχνα εκείνη που μου υποσχέθηκε και που πρώτη πρώτη δεν κράτησε: "Ποτέ ξανά ψέμματα..Πάντα την αλήθεια. Ό,τι κι αν κοστίσει."

Κι όσο πολεμούσα τον εαυτό μου, την διαίσθησή μου και πίεζα το μυαλό μου να ακολουθεί την καρδιά μου, γινόμουν μια ξένη στο ίδιο μου το σπίτι.
Δεν ήθελα να ζηλεύει, δεν ήθελα να πονάει.
Ήθελα να είναι σίγουρος για μένα.
Ήθελα να ξέρει πως όταν αγαπώ, δίνομαι ολοκληρωτικά. Μόνο σε εκείνον που προσφέρω την καρδιά μου.
Έτσι ήταν ζήτημα χρόνου, να μετακομίσω στον καναπέ, και να δώσω τη χαριστική βολή στο γάμο μου.

Υπήρχα μα ήμουν απούσα.
Κι όταν πια ρωτούσε, εμμέσως πλην σαφώς, όλες μου οι απαντήσεις ήταν απαντήσεις που εκείνον τον ηρεμούσαν και τον επιβεβαίωναν κι εμένα με άφηναν να νοιώθω ένοχη και να με καταδικάζω με την εσχάτη των ποινών για μένα: Να ζω με τις τύψεις για ένα λάθος που δεν ήθελα να διορθώσω.

Ο γυρισμός

Το ταξίδι ήταν μακρύτερο από ό,τι το φανταζόμουν.
Νύσταζα...ήμουν κυριολεκτικά ένα πτώμα.

Στο δρόμο έκανα στάσεις, λούστηκα με νερό, έβαλα δυνατά τη μουσική, κάπνιζα αλλά ήμουν ήρεμη.
Δηλαδή ήμουν όσο δεν σκεφτόμουν.
Λίγο πριν κλείσω το κινητό, εκείνο χτύπησε....

Ήταν ο κολλητός μου....
Διαισθανόταν ότι δεν είμαι καλά και πήρε να μάθει αν όλα ήταν εντάξει.
Μόλις κλείσαμε, κατέρρευσα....

Σταμάτησα σε ένα πάρκινγκ, προσπαθώντας να ηρεμήσω.
Ήξερα μέσα μου πως αν δεν σκοτωθώ εκείνη τη νύχτα, δεν θα σκοτωθώ ποτέ από αυτοκίνητο.

Ξεκινώντας ξανά το ταξίδι, για καλή μου τύχη, συνάντησα ένα φορτηγό.
Όλη η πίσω μεριά του είχε χρωματιστά λαμπάκια, και τα στοπ του ήταν τεράστια.
Για κάποιο λόγο ένοιωσα ασφαλής και μειώνοντας λίγο ταχύτητα, πήγαινα πίσω του.
Μου άναψε το φλας να περάσω, μου έκανε νόημα με το χέρι, αλλά εγώ ξεροκέφαλη, εκεί......Σταθερά πίσω του.

Στο επόμενο πάρκινγκ σταμάτησε και σταμάτησα κι εγώ.
Στην αρχή φοβήθηκα όπως πλησίασε κι άρχισε να φωνάζει..Μόλις όμως πλησίασε αρκετά κοντά, μάλλον η φάτσα μου ήταν αρκετά περιγραφική και χαμήλωσε απότομα τον τόνο της φωνής του.
Έφερε ένα θερμός, ένα πλαστικό ποτήρι και με κέρασε από τον καφέ του.

Δεν μου είπε λέξη.... Ήμουν πολύ κουρασμένη. Τόσο που δεν μπορούσα καν να του μιλήσω.
Μου είπε πως θα πήγαινε μπροστά, μα αν αισθανόμουν πως νυστάζω πολύ, να του έκανα σινιάλο με τα φώτα να σταματήσει για να με βοηθήσει.
Δεν χρειάστηκε όμως....
Ό,τι κι αν σκέφτηκα εκείνο το βράδυ, ό,τι κι αν ένοιωσα μπορούν να περιγραφούν μόνο με μια φράση: Υπερβολικά πολύ.

Λίγο πριν την πόλη μου του έκανα σινιάλο, σταμάτησε και κατεβήκαμε.
Το μόνο που μπόρεσα να κάνω είναι να τον αγκαλιάσω και να του ψιθυρίσω ένα "Ευχαριστώ".....

Μόλις είχε ξημερώσει....

Ένα ταξίδι τελείωνε.
Είχα χρειαστεί 2.5 ώρες να πάω....
Και για να γυρίσω έκανα 6.5 ώρες.

Άνοιξα το κινητό για να ειδοποιήσω να μου ξεκλειδώσουν την πόρτα.
Τόσο σίγουρη ήμουν όταν έφευγα....

Ξάπλωσα στο κρεβάτι, κοιτώντας το ταβάνι.

"Που είσαι; Ξύπνησα και δεν σε βρήκα δίπλα μου..."
"Σπίτι μου.... Κάποιος έπρεπε να τελειώσει αυτό το θέατρο....."

Μετά από μέρες αναρωτιόταν αν εκείνο το βράδυ, στο κρεβάτι κοιμήθηκα μόνη.....

Οι λεπτομέρειες

Δύο μέρες πριν φύγω για την Αθήνα, αρρώστησε η μικρή μου.
Δύο νύχτες ξαγρύπνησα δίπλα της κι όταν αποφάσισα πως δεν θα μπορούσε να πάω να δώσω εξετάσεις, εκείνη καλυτέρευσε κι έτσι η απόφαση αναβλήθηκε.

Σηκώθηκα ξημερώματα να ταξιδέψω , έφτασα ακριβώς στην ώρα μου για να μπω να γράψω και όταν τελείωσα μου είχε στείλει μήνυμα πως με περιμένει λίγο πιο κάτω.
Είχε ταξιδέψει κι αυτός μέσα στη νύχτα, είχαμε μιλήσει λίγο στο τηλέφωνο και κανονίσαμε να τα πούμε όταν έβγαινα από τις εξετάσεις.

΄Ετρεξα στην μικρή πλατεία που με περίμενε. Καθόταν στο παγκάκι κοιτάζοντας βαριεστημένα τριγύρω του και συγκρατήθηκα όπως μπορούσα για να μην τρέξω κοντά του.

Κι εκεί άρχισε η διαίσθηση να μου χτυπάει δυνατά την πόρτα του μυαλού μου και να με διατάζει να ξυπνήσω!
Με είδε, μου είπε ένα γεια.....και τίποτα άλλο....
Δεν χαμογέλασε, δεν χάρηκε, δεν ενθουσιάστηκε....Δεν είδα καμμία έκφραση στο πρόσωπό του....και πήραμε το δρόμο να βρούμε που είχα παρκάρει...

Πήγαμε να πιούμε έναν καφέ, εγώ κι αυτός.
Δηλαδή έτσι φαινόταν.
Εγώ είχα την αίσθηση πως ήταν κι άλλος μεταξύ μας. Κάποιος αόρατος επισκέπτης που τον έβαζε στη θέση να είναι μεν ευγενικός απέναντί μου αλλά τυπικός.

Πήγαμε στο ξενοδοχείο, αφήσαμε τα πράγματα, μιλήσαμε λίγο αλλά ό,τι κι αν έκανα το κλίμα δεν μπορούσα να το ελαφρύνω.
Κάτι είχε αλλά δεν είχε την ειλικρίνεια να μου το παραδεχτεί και δεν έμενε σε μένα να κάνω τίποτα από το περιμένω. Μετά από λίγο είχε έρθει η ώρα εγώ να φύγω για να έχω άλλοθι. Εκείνος έπρεπε να πάει για δουλειά.
Έφυγα και συναντήθηκα με φίλους με μια πικρή γεύση στο στόμα...

Ήταν η πρώτη φορά που ήθελα να βρεθώ μακριά του.
Αποχαιρετώντας τους φίλους έπρεπε να πάρω το μετρό να κατέβω δύο στάσεις πιο κάτω και να ξαναγυρίσω.
Μου έστειλε μήνυμα:

"Σε περιμένω... θα αργήσεις;"

Δεν ξέρω γιατί, μάλλον γιατί έχω την τάση πάντα να χτυπάω τη γροθιά στο μαχαίρι απάντησα:

"Είσαι σίγουρος πως θέλω να έρθω......;"

"Ναι....Μην αργείς"

Και πήγα.... Όταν έφτασα ήταν λίγο πιο ήρεμος, αλλά ακόμα πιο απόμακρος. Δεν ήθελε να μου πει ακόμα τι έχει.
Πήγαμε για φαγητό, κι όταν η διάθεσή του έγινε λίγο πιο χειρότερη, σχεδόν βίδωσα τον εαυτό μου στην καρέκλα για να μη σηκωθεί να φύγει!

Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο, ξάπλωσα κι έκλεισα για λίγο τα μάτια κι όταν τα άνοιξα πάλι εκείνος είχε αποκοιμηθεί.

Μάζεψα αθόρυβα τα πράγματά μου, κι έκλεισα την πόρτα απαλά πίσω μου.
Κατέβηκα στο παρκινγκ ατάραχη, πήρα το αμάξι και σκεφτόμουν που να πάω!
Ήταν περασμένες 12, οι φίλοι που είχαν προσφερθεί να με φιλοξενήσουν είχαν ακούσει χίλιες δύο δικαιολογίες, δεν γινόταν να τους ενοχλήσω.....
Πήγα στον Πειραιά.... στη θάλασσα, που αλλού;
Κι όταν αναρωτήθηκα που ήθελα πραγματικά να πάω, η απάντηση ήταν "ΣΠΙΤΙ!"

Ναι....η αλήθεια ήταν ότι ήθελα να φύγω μακριά του.
Μια αλήθεια που με πόνεσε, με πλήγωσε και που αρνήθηκα να την δεχτώ αμέσως.

Έτσι ξεκίνησα το δρόμο του γυρισμού...

Το ραντεβού

Και μετά από βράδυα αξημέρωτα να συζητάμε τις λεπτομέρειες για το ραντεβού μας, να προσπαθούμε να διοργανώσουμε τα πάντα στην εντέλεια, να βρούμε ψέμματα, δικαιολογίες, την ίδια ημερομηνία έφτασε εκείνη η ώρα......

[.....]"-Κι αυτό θα είναι το πρώτο μας επίσημο ραντεβού;"ρώτησε εκείνη με αγωνία...
"-Φυσικά μωρό μου....αυτό ακριβώς θα είναι" απάντησε εκείνος.....
Κι εκείνη ετοίμασε την καλύτερή της διάθεση, τα πιο ρομαντικά της συναισθήματα.

Το περίμενε καιρό αυτό το ραντεβού, όπου επιτέλους θα της δινόταν ο χρόνος να ζήσει μαζί του τα τόσα μικρά απλά καθημερινά πράγματα που κάποιοι τα έχουν δεδομένα μα για εκείνους ήταν ακόμα μια εξαίρεση στη ζωή τους.
Διάλεξε τα καλύτερά της ρούχα για να γίνει όμορφη για εκείνον, έκρυψε ένα κερί αρωματικό στην τσάντα της ώστε όταν βρεθούν μόνοι να κάνει ακόμα πιο ρομαντική την ατμόσφαιρα, έβαλε και το δώρο των γενεθλίων του για να μπορέσει να του δώσει μιας και είχαν περάσει πάνω από 20 μέρες που γιόρτασε μα δεν είχαν καταφέρει να βρεθούν για να του το δώσει.
Κοιμόταν και φανταζόταν όλα όσα ήθελε να περάσει μαζί του σε εκείνο το ραντεβού.
Μια βόλτα στη θάλασσα οι δυό τους, να περπατάνε χέρι χέρι κι εκείνος να την κοιτάζει τρυφερά στα μάτια. Θα της έλεγε για τα καινούρια του όνειρα, για όλα όσα σχεδίαζε να κάνει, θα της μιλούσε για τον καιρό που ήταν χώρια, για όσα πέρασε, για όσα λάθη κατάφεραν να ξεπεράσουν στον ένα χρόνο που το πάλευαν.
Θα την κερνούσε εκείνον τον καφέ, που είχε καθυστερήσει 3 χρόνια και θα γελούσαν κάνοντας τους άλλους να τους κοιτάζουν με απορία, μα μόνο οι δύο τους θα ήξεραν το γιατί. Θα περπατούσαν αγκαλιά στην πόλη, κι εκείνος θα την πρόσεχε μην την χτυπήσουν τα αυτοκίνητα κάνοντάς την για μια ακόμη φορά να νοιώθει εύθραυστη, βάζοντας εκείνον στη θέση του ιππότη που θα την προστατεύει πάντα.
Εκείνος θα κανόνιζε πως θα κυλήσει η μέρα τους, κι εκείνη θα ακολουθούσε πανευτυχής που ο καλός της είχε την ίδια αγωνία να περάσουν μαζί όσο το δυνατόν πιο όμορφα. Θα περπατούσαν ερωτευμένοι και το φόντο θα είχε δένδρα, πουλιά, κάτι σαν πίνακας ζωγραφικής, μια ανάμνηση ζωγραφισμένη τέλεια για τις δύσκολες μέρες που ίσως ακολουθούσαν.
Κάτι που τα βράδυα θα έδινε μια νότα αισιοδοξίας όταν η διάθεση θα έπαιρνε τα κάτω της, που θα έκανε και τους δύο να αναζητούν ένα ραντεβού ξανά....και ξανά....Θα πήγαιναν για φαγητό κι εκείνος δεν θα σταματούσε να τη χαιδεύει, να την αγκαλιάζει τρυφερά, δείχνοντας πόσο πολύ δικιά του τη νοιώθει..
Κι εκείνη θα τον τάιζε τρυφερά στο στόμα, κάνοντά τον για μια ακόμη φορά παιδί, ένα παιδί που κάποιος το αγαπά, το νοιάζεται και το φροντίζει...

Κι όταν θα βρίσκονταν μόνοι......αχ...ποιο χρώμα μπορεί να ζωγραφίσει τον έρωτα; Κι αν κάποιο αρχίζει, κανένα δεν μπορεί να τον τελειώσει.Ποιο χρώμα είναι τόσο όμορφο ώστε να ζωγραφίσει τις λέξεις που λένε χείλη ερωτευμένα, χείλη που διψάνε για φιλιά, σώματα ζαλισμένα από τον πόθο, που αντιδρούν με πάθος, σώματα που στο τέλος επιβεβαιώνουν τον έρωτα σαν πράξη σε όλο του το μεγαλείο;
Εκείνος δεν θα σταμάταγε να της λέει "Σ'αγαπώ....." και εκείνη δεν θα έπαυε στιγμή να τον λέει "Έρωτά μου....."

Εκεί το συναίσθημά τους θα σφραγιζόταν, θα έφευγαν τα σύννεφα, εκεί οι δυό τους θα ήταν μόνοι, έχοντας το χρόνο σύμμαχό τους, επιτέλους για μια φορά θα τους χαριζόταν άπλετα......
Εκεί τα τόσα λόγια και οι τόσες υποσχέσεις θα έβγαιναν αληθινά, εκεί θα δινόταν πια η χαριστική βολή στις αμφιβολίες και στους φόβους. Εκεί, εκείνη θα του έδειχνε πως όλα πέρασαν....πως τίποτα από το παρελθόν δεν του χρεωνόταν, πως είναι έτοιμη να κάνει το βήμα μπροστά χωρίς το φόβο στην καρδιά της, πως η συγνώμη δεν είναι θέμα διάθεσης πάντα αλλά θέμα χρόνου.....

Και μέτραγε τις μέρες, τις έσβηνε στο ημερολόγιο, όπως μετράνε οι φυλακισμένοι για να φτάσουν στην έξοδό τους....Κι όσο μέτραγε κι εκείνος, τόσο άγρια ήταν η χαρά της και η σιγουριά της ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να τους σταθεί εμπόδιο.
Ήταν αποφασισμένη πως τίποτα δεν θα την κρατούσε μια και όφειλε να ρισκάρει τα πάντα για να δοθεί μια ευκαιρία σε κάποιον που η συμπεριφορά του έδειξε ότι την αξίζει, αν όχι την απαιτεί...
Έτσι πέρασαν οι μέρες της....με όνειρα....κι ελπίδες.Έτσι πέρασαν οι δύσκολες βδομάδες, οι δύσκολες καταστάσεις, ο ήλιος και η κούραση που λουζόταν όλο τον καιρό....

Μια μέρα.....

που έγινε νύχτα Μ. Παρασκευής.....

Τότε που έχασα το κλειδί της άμυνας.
Κι όταν έφυγα, άρχισε η διαίσθηση να χτυπάει καμπάνες......

Γιατί άραγε; Ακόμα και σήμερα δεν έχω βρει την απάντηση.....

"Μια χάρη..."

Εκείνες τις ημέρες, έπρεπε να πάω στην Αθήνα να δώσω κάποιες εξετάσεις Αγγλικών. Η προσπάθειά μου να βρω δουλειά σκόνταφτε στις γνωριμίες που είχε ο πατέρας μου, δυστυχώς.
Άλλοι αρνήθηκαν ευγενικά, άλλοι φοβήθηκαν και δεν απάντησαν καθόλου. Τον έβρισκα όμως μπροστά μου, καταλάβαινα που είχε μιλήσει, πως και πότε.

Τότε υπήρχε κι ένα πρόβλημα με κάποιες συναλλαγές, "εξαφανίστηκαν" και κάποια χρήματα που υπολόγιζα σε αυτά, ο σπιτονοικοκύρης που είχα νοικιάσει το σπίτι, είχε απειληθεί από τον πατέρα μου και ζητούσε το σπίτι πίσω.

Βίωνα μια τρελή πίεση, μα δεν με ενοχλούσε. Το θεωρούσα πρόκληση, το να παραμείνω ήρεμη και να βρω λύσεις.
Εκείνο που με πείραζε, με ενοχλούσε και με φόβιζε ήταν η ανασφάλεια που ένοιωθα σε ό,τι αφορούσε τις κοπέλες μου.

Στο παρελθόν, είχα ξενιτευτεί, το είχα σκάσει, είχα κρυφτεί, είχα δραπετεύσει, είχα δουλέψει χίλιες δύο δουλειές, ήξερα πως όπου πάω, όπου κι αν σταθώ μπορώ να τα καταφέρω.
Αυτά ως κορίτσι. Ως κοπέλα. Ως γυναίκα.

Ως μάνα δεν ήταν πια εφικτό. Και ως μάνα που κάποιοι παραμόνευαν στη γωνία για να πάρουν εκδίκηση χρησιμοποιώντας αυτά τα παιδιά..... ήταν εφιάλτης.

"Πιστεύεις πως θα μείνω απλός παρατηρητής αν σου συμβεί κάτι;
Θα κάνω ό,τι είναι δυνατόν για να μην αλλάξει τίποτα στη ζωή σου ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως θα μείνω εγώ στο δρόμο!!!
Δεν σου είπα; Είμαι εδώ για να μείνω...... σε όλα!"

Εκείνος ήταν εκεί. Με πείραζε όταν είχα τα κάτω μου, με προκαλούσε όταν αμφέβαλλα για τις ικανότητές μου, με μάλωνε όταν σκεφτόμουν να εγκαταλείψω, με έσπρωχνε τρυφερά όταν σκεφτόμουν να κάνω ένα βήμα πίσω.

Στα 4 χρόνια της ιστορίας μας ήταν η πρώτη φορά που ένοιωσα πως νοιώθει κι εκείνος δυνατός. Όχι σαν άνθρωπος αλλά σαν ένα μέλος μια σχέσης δυνατής.
Ήταν η πρώη φορά που σε αυτή τη σχέση δεν ήμουν εγώ η δυνατή, δεν χρειαζόταν να έχω όλες τις απαντήσεις, μου επιτρεπόταν να μείνω λίγο πίσω και να αφήσω κάποιον άλλον να έχει τον πρώτο λόγο.

Μου ζήτησε τότε όταν θα πάω στην Αθήνα για τις εξετάσεις, να κανονίσει κι αυτός να ανέβει για δουλειές κι έτσι να βρεθούμε....
Τότε ήταν που μου υποσχέθηκε πως στις τελικές εξετάσεις των Αγγλικών, στην πόλη μας, όσο εγώ θα έδινα, εκείνος θα ήταν απέξω να με περιμένει......

"Θα μου κάνεις αυτή τη χάρη;"
"Μα αυτό που μου ζητάς δεν είναι χάρη.... Είναι κάτι που το θέλω κι εγώ..." απαντούσα....
"Αυτό σημαίνει ναι;"
"Σου χάλασα εγώ ποτέ χατήρι;"

Και η αλήθεια ήταν πως ποτέ, ούτε μια φορά δεν του χάλασα το χατήρι.

Σε ό,τι κι αν είχε ζητήσει......

Το σ'αγαπώ

"Εσύ και η κόρη μου... Εσείς το ακούτε αβίαστα....
Καταφέρνετε να κλέψετε το "σ'αγαπώ" μου πριν καν το σκεφτώ...
Ίσως γιατί με εσάς το νοιώθω συνεχώς...."

Ακόμα μια αλήθεια....

"Δεν θέλω να ξαναγυρίσει. Μα επειδή ξέρω πως είναι καλύτερο και για σένα και για τα παιδιά, δεν μπορώ να πω κάτι. Με ενοχλεί, με πονάει. Ζηλεύω. Και δεν θέλω να γίνει. Κι αν γίνει δεν θέλω να το ξέρω. Κι αν σε ρωτήσω.....δεν ξέρω......πες μου ένα ψέμμα.... μπορείς; "

Κάτι που δεν μοιράστηκε ποτέ


"Να κάτι που δεν θα μοιραστούμε ποτέ εμείς οι δύο......"

"Όπου κι αν είσαι, ό,τι κι αν σκέφτεσαι, μην κάνεις καμιά τρέλα. Ακόμα κι αν το αντίτιμο είναι να μην σε ξαναδώ, θέλω να είσαι καλά......"

Μέλλον

Γυρίζοντας από ένα ταξίδι στην Αθήνα που είχε πάει για δουλειές, είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε κάπου στην πορεία. Με πήγε κάπου που δεν είχα ξαναπάει. Ήταν ένα μέρος που συνήθιζε να πηγαίνει μικρός και περπατώντας κοντά στη θάλασσα μου έλεγε κάποιες αναμνήσεις του. Από τις σπάνιες αναμνήσεις του που έχω παρά τα 4 χρόνια που περάσαμε μαζί.

Βρήκαμε μετά ένα μονοπάτι και συνεχίσαμε να μιλάμε.
Τότε ήταν και η πρώτη φορά που ανοίχτηκε τόσο πολύ ώστε να μου πει κατάματα πως σκεφτόταν να τα παρατήσει όλα και να φύγει. Να εξαφανιστεί.
Δεν μίλησα, δεν σχολίασα τίποτα, αν και λυπήθηκα πολύ που τον άκουγα να μιλάει έτσι.
Τον είχα συνηθίσει αγωνιστή, αισιόδοξο που προς στιγμήν μπορεί να έκανε πίσω μα η έκφραση του προσώπου του δεν μου άφηνε αμφιβολία πως ένοιωθε στριμωγμένος. Δεν τον ρώτησα γιατί ήξερα πως αν δεν το ήθελε ο ίδιος, δεν θα απαντούσε ούτως ή άλλως.

"-Μόνο εσύ θα ξέρεις που θα βρίσκομαι. Μόνο εσύ θα το μάθεις.
-Και η μικρή;
-Ό,τι κι αν κάνω στη ζωή μου, θα φροντίσω γιαυτήν. Αλλά θα πρέπει να είμαι καλά για να το κάνω αυτό. Κι όπως νοιώθω τώρα, δεν θα είμαι καλά για πολύ καιρό."

Ο φόβος μου για την υγεία του ξαναγύρισε. Μου μάτωνε την καρδιά να τον ακούω έτσι και να μην μπορώ να κάνω κάτι. Ευτυχώς από τη μία...δυστυχώς από την άλλη. Ευτυχώς γιατί κι αν μου έλεγε, όντας τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες, θα αντιδρούσα αυθόρμητα και θα του έλεγα αυτό που σκέφτομαι. Μα δεν είναι όλοι έτοιμοι να ακούσουν αυτό που είναι φανερό. Και δυστυχώς γιατί δεν μπορούσα να τον βοηθήσω...

"-Δηλαδή θα πας στη Χαβάη και θα μου στείλεις γράμμα ότι βρίσκεσαι εκεί;
-Μπορεί να σου στείλω έναν φάκελο με ένα εισιτήριο..
-Και τι περιμένεις ότι θα κάνω;
-Θα έρθεις να με βρεις....
-......
-Δεν μιλάς;
-Όχι..
-Γιατί;
-Είναι η πρώτη φορά που αναφέρεσαι στο μέλλον....έστω και σαν αστείο..
-Δεν αστειεύομαι...και το ότι δεν μιλάω για το μέλλον δεν σημαίνει πως δεν το ονειρεύομαι....
-Μα όλοι κάνουμε όνειρα για το μέλλον..φυσικό είναι.
-Το ονειρεύομαι μαζί σου....
-.....
-Θαρθείς;
-Α, δεν ξέρω... Δελέασέ με!
-Χμ....ωραία, θα έρθεις....

-Ως γραμματέας σου έτσι; Μην εκτεθούμε και μου βγάλουν κακό όνομα εκεί που θα είμαστε!
-Οκ..θα πάω πρώτα εγώ, θα ενημερώσω πως περιμένω να έρθει και η γραμματέας μου, θα γράψεις την ιστορία μας σε βιβλίο, θα γίνεις πλούσια και θα προσπαθώ τα βράδια μας να μου υπογράψεις το πρώτο αντίτυπο...
-Καλά τα πας...για συνέχισε...
-Θα σε αφήνω να μου φτιάχνεις το τσάι μου...
-Ωραία...μπορώ να πω πως με δελέασες! Όταν θα μου στείλεις το εισιτήριο, θα μάθεις και την απάντηση!"



Τότε χτύπησε το κινητό μου, επιστρέφοντας μας στην πραγματικότητα.
Έπρεπε να φύγω... κι εκείνος το ίδιο.

Γυρίζοντας είχα μια λυπημένη χαρά στην καρδιά μου....

Ζήλεια

[....] -Όχι, είμαι ήρεμος. Όσο εκείνος δεν μένει σπίτι, και ξέρω πως είσαι μόνη, είμαι ήρεμος.
Δεν υπάρχει στο σπίτι, δεν μιλάτε, δεν κοιμάστε στο ίδιο κρεβάτι.
Δεν σε αγγίζει....

-Μα τι λες;
-Λέω πως ζηλεύω.... Αρρωσταίνω να σε φαντάζομαι μαζί του....
-Μα είναι άντρας μου. Το ήξερες από την αρχή. Δεν έκρυψα κάτι.
-Στρουθοκαμηλίζω. Προσπαθώ να μην το σκέφτομαι.
-Και τι σημαίνει αυτό; Πως αν δεν το σκέφτεσαι, δεν υπάρχει;

-Ό,τι δεν βλέπω, δεν ξέρω, δεν μαθαίνω, δεν υπάρχει....
-Με εκπλήσσεις! Δεν περίμενα πως αισθάνεσαι έτσι.
-Κι όμως. Έτσι ακριβώς.
-Αυτό σημαίνει πως αν συμβεί κάτι κι ίσως ξαναγυρίσει σπίτι, δεν θα θέλεις να το μάθεις.
-Θα θέλω.
-Μα θα πονάς!
-Έχω μάθει..
-Και τόσο καιρό, όταν συζητούσαμε τα οικογενειακά μας, που πηγαίναμε, τι κάναμε, τι κουβεντιάζαμε..... εσύ ένοιωθες έτσι;
-....Και χειρότερα....
-Μα γιατί δεν μου είπες κάτι; Θα απέφευγα να σου τα λέω!
-Γιατί ήθελα να μαθαίνω.
-Θα μπορούσα κι εγώ να πω τα ίδια για σένα.....
-Εσύ...μόνο τον καναπέ μου μπορείς να ζηλέψεις. Κανέναν άλλον....
Εκεί κοιμάμαι, μόνος......


Μετά από χρόνια, που το θυμήθηκα, κατάλαβα γιατί κάθε φορά που με πέταγε από τη ζωή του, εξαφανιζόμουν.
Άλλαζα δρόμους, απέφευγα να συναντηθούμε, δεν περνούσα από μέρη που μπορεί να ήταν εκείνος, άλλαζα ολόκληρες διαδρομές.

Έτσι δεν θα με έβλεπε...δεν θα ήξερε, ..... δεν θα υπήρχα.....

Πάντα

"[...]Πάντα ήσουν σημαντική. Απλά εγώ δεν το παραδεχόμουν.
Και πάντα θα είσαι. Αλλά δεν θα το ξέρεις. "

Τότε

"[...] έκλαψα... Όταν συνειδητοποίησα πως σε έδιωξα. Τότε που ένοιωσα πόσο άδικος ήμουν μαζί σου. Ήσουν η μόνη που δεν έφταιγε σε κάτι κι όμως ξέσπασα επάνω σου. Κι έμοιαζε με τιμωρία ακριβώς αυτό που εγώ είχα επιλέξει να κάνω."