Κυριακή, Μαΐου 14, 2006

Ο πάτος

Κοιμόμουν όλη μέρα. Και όλη νύχτα.

Σηκωνόμουν το πρωί, ετοίμαζα τα παιδιά για τον παιδικό, τα έπαιρνε ο Λευτέρης κι εγώ ξαναπήγαινα να κοιμηθώ.
Έκλεισα κινητά, σταθερά, θάφτηκα μέσα σε ένα δωμάτιο 2Χ2.
Δεν έβγαινα έξω ούτε στην αυλή για κανέναν λόγο.
Μου ήταν όλα αδιάφορα. Μόλις διαπίστωσα και πόσο ευσυγκίνητη είχα γίνει, έπαψα να ανοίγω και την τηλεόραση. Δεν πλησίαζα τίποτα που να είχε μουσική.
Για πάνω από 3 μήνες δεν άντεχα τη μουσική. Με κλειστά τα μάτια νόμιζα πως τίποτα δεν μπορούσε να μου τον θυμίσει. Δεν ξαναπήγα στη μεγάλη πόλη. Έκανα το ίδιο μου το σπίτι κελί, με την ψυχή μου κρατούμενη, τιμωρημένη για όσα είχε νοιώσει.

Ξυπνούσα λίγο πριν το μεσημέρι, μαγείρευα, κι έπεφτα ξανά για ύπνο. Δεν με έβλεπε πια κανείς. Ούτε οι δικοί μου που έμεναν απέναντι, ούτε ο άντρας μου μα ούτε και τα παιδιά μου.
Όποιος φίλος κι αν με πλησίασε εκείνο τον καιρό, δεν τον θυμάμαι. Ό,τι κι αν μου είπαν, έμειναν έξω από τα τείχη που είχα φτιάξει. Ήμουν σε λήθαργο.....ακόμα και όταν ήμουν ξύπνια. Θυμάμαι μόνο μαύρο από εκείνο τον καιρό.

Πατζούρια κλειστά, κουρτίνες κλειστές, η πόρτα μου κλειδωμένη. Εγώ απούσα. Η μόνη μου έξοδος όταν αναγκάστηκα να με μεταφέρουν με νεύρωση στομάχου. Σε ένα νοσοκομείο όπου η ζωή και ο θάνατος περπατάνε δίπλα δίπλα το σοκ της πραγματικότητας δεν με συγκίνησε. Έφυγα το ίδιο βράδυ με τις πυτζάμες μου κι ένα ταξί για να κλειστώ στην ασφάλεια του κελιού μου.

Με χώριζε στη μέση η αγάπη μου για εκείνον και η εμπιστοσύνη μου που είχε προδώσει τόσο εύκολα. Δεν είχα καμία απαίτηση από εκείνον ποτέ, μα το να με υποτιμήσει, δεν του το είχα επιτρέψει ποτέ.

Και τότε βρήκε την ευκαιρία ο πατέρας μου να ξεκινήσει τον πόλεμο. Πάντα το θεωρούσα άνανδρο να χτυπάς κάποιον που είναι ήδη γονατισμένος, μα τώρα, μετά από τόσο καιρό, νομίζω πως αν δεν ήταν εκείνος δεν θα είχα σηκωθεί ποτέ.
Δεν φοβόμουν πια για το τι θα έχανα. Δεν είχα τίποτα να χάσω. Ή έτσι νόμιζα.
Νόμιζα πως είχα χάσει εμένα, άρα όλα τα υπόλοιπα ήταν ασήμαντα. Μέχρι που ο πόλεμος ξεκίνησε, κάποιοι του είχαν πει για κάποιον που είχαν δει μαζί μου, μέσες άκρες, και με απείλησε ότι θα του κάνει κακό.

Ή θα συμμορφωνόμουν με ό,τι σχεδίαζε και θα του έλεγα ποιος ήταν αυτός που είχα ατιμάσει το οικογενειακό μας όνομα, ή θα τον έβρισκε μόνος του και θα τον διέλυε. Ήξερα τι ήταν ικανός να κάνει. Το είχα δει πολλές φορές στο παρελθόν με διάφορα άτομα και διαφορετικές καταστάσεις. Υπήρξαν φορές που λυπήθηκα τον ξένο κόσμο και μίσησα τον ίδιο μου τον πατέρα. Ήξερα.... και γιαυτό φοβήθηκα.
Ήξερα τον πατέρα μου μα συνειδητοποιούσα και την αδυναμία του Αναστάσιου. Ο "κόσμος" είχε ήδη φύγει μία φορά από το σπίτι με το παιδί και από τις κουβέντες που μου είχε πει κατάλαβα πως της ήταν πολύ εύκολο να τον τιμωρήσει στερώντας του το παιδί τους.
Ήξερα πως στο ένα μαγαζί, υπήρχε ο πατέρας του. Κακά τα ψέμματα αυτόν ήξεραν οι πιο παλιοί, αυτός είχε συνεχίσει για πολλά χρόνια το όνομα του πατέρα του και ο Αναστάσιος ήταν ακόμα στην αρχή. Μάλλον υπό επιτήρηση από ένα αφεντικό που ήθελε τα πάντα να γίνονται όπως γνώριζε αυτός. Δεν δεχόταν ότι οι εποχές έχουν αλλάξει και δεν νομίζω πως πίστεψε ποτέ στις ικανότητες του γιού του. Δεν έφυγε από το μαγαζί ούτε κι όταν πήρε τη σύνταξη...
Και τότε ξύπνησα. Όχι απλά ξύπνησα, πήδηξα μέχρι το ταβάνι. Ό,τι κι αν γινόταν ο Αναστάσιος δεν ήθελα να πάθει τίποτα.
Μέρες και νύχτες πέρασαν μέσα σε απειλές, φοβέρες, προειδοποιήσεις. Και μια μέρα που με πήρε ένας οικογενειακός φίλος δικηγόρος τηλέφωνο, χτύπησα τη γροθιά μου στο μαχαίρι.

Σκόπευαν να μου κάνουν ασφαλιστικά μέτρα να μου πάρουν τα παιδιά. Και εκεί σκύλιασα. Τα βρόντηξα όλα στα μούτρα τους κι έφυγα. Φόρτωσα χαρτοκιβώτια νουνού, έδωσα μια κλωτσιά στην πόρτα του πατρικού μου σπιτιού, φώναξα τον πατέρα μου και του είπα πως του τα χαρίζω όλα. Τα γραμμάτια από το πατρικό που είχα πληρώσει, το δικό μου σπίτι που είχα χτίσει με τόσες στερήσεις, την περιουσία στο όνομα και των δύο μας, όλα δικά του. Τα επιδόματα, τις άδειες, το ΙΚΑ, τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα για όσα χρόνια δούλευα στο μαγαζί, όλα χάρισμά του.
Αν πείραζε μια τρίχα από τα μαλλιά των παιδιών μου, θα πήγαινα δικαστικώς, θα έπαιρνα ό,τι μου αναλογούσε, και ορκίστηκα πως ό,τι έπαιρνα, θα το μοίραζα σε ιδρύματα που ασχολούνται με παιδιά.Του είπα πως του είχαν πει ψέμματα για την όποια παράνομη σχέση του είχαν πει, πως με συκοφαντούσαν κι άλλα....ψέμματα.

Τα λεφτά όμως πάντα ήταν το ευαίσθητο σημείο του πατέρα μου.... Κι ευτυχώς έπιασε. Έφυγα νύχτα και πήγα στη μεγάλη πόλη. Έψαχνα αρκετό καιρό για σπίτι... Άμα έχεις αφήσει 2 σπίτια που έχεις φτιάξει κάνοντας φοβερές οικονομίες, στερώντας από τον εαυτό σου πολλά σαν παιδί και σαν έφηβη, και παλάτι να μου έβρισκαν, πάλι δεν θα μου άρεσε. Ένα πρωί, ήρθε ο Λευτέρης, με κάτι κλειδιά στο χέρι του και μου είπε για ένα σπίτι όνειρο.

Η συμπεριφορά του ήταν πολύ ευγενική. Τόσο που μου ερχόταν να ουρλιάξω. Προτιμούσα να με βρίσει, να μου φωνάξει, να ξεσπάσει με όποιο τρόπο ήθελε. Δεν άντεχα και τη δική του σιωπή.

"Είμαι ο πατέρας των παιδιών, δεν είμαι;"
μου απάντησε ένα βράδυ που προσπαθούσα να βρω τη δύναμη να του πω.

"Κι αν δεν μου το στερήσεις και αυτό, άσε με να κάνω αυτό που πρέπει."

Ένα χαστούκι ούτε καν θα με ενοχλούσε.... Αυτό με πέθανε.

Η τραγική ειρωνεία ήταν πως το σπίτι αυτό, ήταν σχεδόν δίπλα από εκεί που άραζε το αυτοκίνητό του ο Αναστάσιος. Ένα δρόμο πιο κάτω από το πρώτο μας ραντεβού, από το σημείο που είχαμε συναντηθεί πολλές φορές, εντελώς "συμπτωματικά" για να τον δω λίγο μόνο του.... Η μεριά που πήγαινα να δω όταν έκλεινε το μαγαζί, αν φεύγοντας ήταν καλά, έστω κι αν εκείνος δεν με έβλεπε ποτέ.
Θυμάμαι μπήκα στο σπίτι που ήταν πραγματικά πανέμορφο και δεν ήξερα τι να κάνω....; Να κλάψω ή να γελάσω.....; Βρήκα χίλιες δύο δικαιολογίες. Ήθελα να φύγω από εκεί, αισθανόμουν σαν ποντίκι στη φάκα, μα η αλήθεια ήταν πως τίποτα από όσα έλεγα δεν ευσταθούσε.

"Για φαντάσου να φύγεις από εκεί και να βρεις σπίτι στη μεγάλη πόλη.... Θα μπορώ να περνάω κάθε μέρα να σε βλέπω!!!"

μου είχε πει σε μια κουβέντα που είχαμε κάνει μήνες πριν ο Αναστάσιος, όταν του είχα πει πως θέλω να βγω από το κελί μου....

"Και που ξέρεις ότι όταν γίνει αυτό θα είμαστε μαζί;" τον ρώτησα....
"Θα είμαστε.... Γιατί σ'αγαπάω πάρα πολύ. Είσαι ό,τι πιο όμορφο μου έχει συμβεί. Μαζί σου γνώρισα όμορφες καταστάσεις που είχα ξεχάσει, ένοιωσα τον έρωτα που δεν με άφησαν ποτέ να νοιώσω, μου δίνεις φτερά όταν όλοι γύρω με τσακίζουν. Όπου κι αν είσαι, ό,τι κι αν γίνει, πάντα θα έρχομαι να σε βρω...."


Από τις φορές που η διορατικότητά μου είχε λειτουργήσει, κι από τις σπάνιες που διάβασα όμορφα λόγια του..... Να όμως που είχα βγει αληθινή.

Όταν ρυθμίσετε λοιπόν, τη διαθήκη
Και του μερίδιο δοθεί του καθενός
Εμένα αφήστε μου το δρόμο που μου ανήκει
Αυτόν που διάλεξα να πάρω μοναχός
Σε διαθήκη με σημαίες και συνθήματα
Εγώ είμαι ελεύθερος αέρας που φυσά
Εγώ έχω φίλους τα βουνά κι όλα τα κύματα
Εγώ έχω αδέρφια τα ποτάμια, τα πουλιά.....

2 σχόλια:

Mari-R1 είπε...

Και μου χε λείψει τόσο καιρό η ιστορία σου..επέστρεψες δριμύτερη..χαιρετώ

Natalia είπε...

Νάσαι καλά κουκλίτσα μου!!!!