Σάββατο, Μαΐου 13, 2006

Η απόφαση

Ένοιωθα πως αυτός ο παραλογισμός έπρεπε να σταματήσει. Τι θα γινόταν αν το μάθαιναν οι οικογένειές μας;Πως να εξηγήσεις σε κάποιους που δεν ασχολούνται με ίντερνετ και δεν καταλαβαίνουν τη διαδικασία ότι όσο περίμενες να κατέβει ένα τραγούδι, όσο έψαχνες κάτι να διαβάσεις, είχες βρει μια παρέα με τα ίδια ενδιαφέροντα, γελούσατε με τα ίδια αστεία, νοιώθατε όμορφα;Και κυρίως πως να δώσεις επιχειρήματα ότι το άλλο άτομο ήταν του αντίθετου φύλου;

Έτσι έμεινε το μυστικό μας. Τουλάχιστον μέχρι οι συνθήκες και τα γεγονότα να μαρτυρήσουν σε κάποιους τι συνέβαινε.

Μέχρι τότε δεν θεωρούσα ότι έκανα κάτι κακό. Κάτι για το οποίο θα έπρεπε να ντρεπόμουν. Στο σπίτι ήμουν μια σύντροφος και μια μαμά, άψογη σε όλα της, κι εκείνος το ίδιο. Για εκείνον ήμουν μια απλή γυναίκα και τίποτα άλλο. Κι εκείνος ένας απλός άντρας.

Μπορεί άγνωστοι, μα υπήρχαν πάρα πολλά που μας ενώναν και με το καιρό θα βρίσκαμε και πολλά που μας χώριζαν.
Υπήρχε όμως εκείνο το "Υπάρχω εγώ" να αιωρείται σε ό,τι δύσκολο. Εκείνος θα μου έλεγε ότι δεν έπαιρνε μπροστά το αμάξι το πρωί λόγω κρύου, το ποιος μπήκε στο μαγαζί, τι συζήτησαν, ποιον είδε, που πήγε, πόση ώρα έκανε στην τράπεζα να ξεμπερδέψει κι εγώ μπορούσα να του πω αν κάηκε το φαί, αν έκλαιγαν τα μικρά , αν κουράστηκα, αν είχα πονοκέφαλο, και να νοιώθω ότι τα θεωρούσα τόσο σημαντικά όσο η ανάσα που παίρνεις για να ζεις. Αναλώναμε ώρες σε τέτοια χαζά θέματα. Μα τότε δεν τα θεωρούσαμε χαζά...

Είχαμε δειλά δειλά συστηθεί. Και η ζωή απέδειξε πως δεν έχουμε συναντηθεί έτσι ώστε ο ένας να μπορεί να θυμάται τον άλλον. Πήγαμε στο ίδιο σχολείο, είχαμε κάποιους κοινούς φίλους αλλά τίποτα παραπάνω. Τολμήσαμε να πούμε και τα ονόματά μας.

Ήταν τόσο περίεργη η αίσθηση αυτή. Μιλάς με κάποιον για μήνες. Σου έχει δειλά εκμυστηρευθεί πολλές σκέψεις που -όπως παραδέχτηκε- δεν ήξερε κανένας. Τώρα είχε ένα όνομα, μα δεν άλλαζε στην ουσία κάτι. Απλά είχε φύγει πια η προστασία της ανωνυμίας κι είχε αφήσει το πρώτο αποτύπωμά της η εμπιστοσύνη. Το πιο όμορφο αποτύπωμα....

Ο "κόσμος"είχε αρχίσει να αναρωτιέται γιατί αργεί τα βράδυα να κοιμηθεί.
Κι άρχισαν οι εξορμήσεις και οι έλεγχοι.
Έκανε την επικοινωνία δύσκολη μα όχι αδύνατη. Μου έστελνε πιο συχνά εμαιλς από το μαγαζί παρόλο που υπήρχαν 2 υπάλληλοι και ο πατέρας του πάνω από το κεφάλι του. Δήλωνε την παρουσία του παρόλα τα προβλήματα μέχρι που σκέφτηκα λογικά και αποφάσισα πως δεν αξίζει να δημιουργηθούν άλλα για μια χαζή επικοινωνία.

Μετά από δύο μέρες, πήρα το πρώτο εμαιλ από εκείνον που ξεπερνούσε για πρώτη φορά τις δύο γραμμές:

"Καταλαβαίνω πως νοιώθεις. Το νοιώθω κι εγώ. Και με φοβίζει το ίδιο όπως κι εσένα. Η αλήθεια είναι πως μου λείπεις. Δεν συμφωνώ με την άποψή σου να διακόψουμε την επικοινωνία μας, δεν μπορώ όμως παρά να τη σεβαστώ. Παρά το γεγονός ότι κάτι ξεκίνησε εντελώς για αστείο, ό,τι τώρα ζω είναι το πιο όμορφο και το πιο σοβαρό πράγμα που έχω περάσει στη ζωή μου.
Είμαι ερωτευμένος μαζί σου..... και θα καταλάβω αν δεν θελήσεις ποτέ να με δεις ή να με συναντήσεις. Σε παρακαλώ σκέψου μόνο, πως ό,τι κι αν αποφασίσεις, δεν θέλω να φύγεις από τη ζωή μου. Κράτησέ με..... έστω σαν φίλο. Μη με βγάλεις από τη ζωή σου...ό,τι κι αν γίνει....."


Ήταν το πρώτο εμαιλ που κράτησα στον υπολογιστή μου. Αυτό και όσα ακολούθησαν. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς του απάντησα. Το ταλέντο να θυμάται τα πάντα το είχε μόνο εκείνος. Μπορούσε να θυμηθεί τις πιο μικρές λεπτομέρειες, το σχήμα, το μέγεθος, το συναίσθημα.
Θυμάμαι μόνο να του αναφέρω να μην τα βλέπει τόσο σοβαρά τα πράγματα, αλλά σαν παιχνίδι.

Εξάλλου τι σοβαρότητα μπορούσε να έχει μια τέτοια δήλωση, όταν ο άλλος απέναντί σου ως μορφή ήταν ένας άγνωστος; Δεν είχε πρόσωπο, δεν είχε φωνή, δεν είχα καμμία εικόνα για το τι είναι απέναντί μου.Έτσι έγραφα τουλάχιστον .

Γιατί τότε, ένοιωθα κι εγώ πως μου ήταν απαραίτητος.
Εκείνο το βράδυ είχε πανσέληνο. Αισθανόμουν σαν το λιοντάρι στο κλουβί. Από τη μία κατηγορούσα τον εαυτό μου που είχα φέρει σε δύσκολη θέση κάποιον άλλον, μετά τον κατηγορούσα γιατί δεν τελείωνε αυτή την ιστορία μια και έξω, και μετά με μάλωνα γιατί σκεφτόμουν όλα όσα σκεφτόμουν. Στην απόφασή μου να εξαφανιστώ, ένοιωθα δειλή.

Μα και ανακούφιση. Αλλά ανακούφιση για εκείνον. Δεν με γνώριζε και θα με ξεχνούσε μετά από λίγο καιρό. Θα γινόμουν μια όμορφη ανάμνηση, ίσως πιο κάτω συναντιόμασταν κάπου και δεν θα γνωρίζαμε ότι έχουμε μοιραστεί πολύ όμορφες συζητήσεις.

Δειλή για μένα. Γιατί ήξερα και τη δύναμή μου και τις αντοχές μου. Ό,τι ήθελα, ήξερα να ορμάω μπροστά, να το παλεύω. Μόνο που αυτή τη φορά, δεν ήμουν μόνη όπως τόσες άλλες φορές.Πίσω μου και απέναντί μου υπήρχαν άνθρωποι που τους νοιαζόμουν πολύ.

Εκείνο το βράδυ έβρεχε κιόλας.
Και μετά από χρόνια ανακάλυψα πως σε κάθε μεγάλη απόφασή μας, το σύμπαν έδειχνε πως είχαμε κάνει λάθος στις αποφάσεις μας, με τη βροχή. Φύσαγε πολύ.Και αποφάσισα να κάνω μια βόλτα έξω.... Κάποια στιγμή ένοιωσα να κλαίω μα δεν μπορούσα να εξηγήσω το γιατί. Ήθελα αυτό τον άνθρωπο μέσα στη ζωή μου αλλά δεν ήθελα να πάθει κακό. Ούτε εκείνος ούτε κι εγώ.

Δεν γινόταν όμως.....γιαυτό και έπρεπε να τελειώνει το αστείο εδώ.
Κάποια στιγμή που ο αέρας και η βροχή δυνάμωσαν αποφάσισα να μπω στο σπίτι.
Έκατσα στον καναπέ για το τελευταίο τσιγάρο της ημέρας, κι έπεσε ένα χαρτί που είχε κολλήσει επάνω στην πυτζάμα μου. Έσκυψα στο χαλί να το πιάσω, κι είδα ότι είναι ένα κομμένο εισιτήριο λεωφορείου. Απόρησα. Εκεί που ζούσα ήταν χωριό, 500 μέτρα από την άσφαλτο, το λεωφορείο είχε στάση χιλιόμετρα μακριά, το σπίτι ήταν μέσα σε 4 στρέμματα γκαζόν.

Το πήρα και το χάζευα. Ήταν σκισμένο στη μέση. Στη μία πλευρά είχε το σχέδιο του εισιτηρίου και το αντίτιμο κι όταν το γύρισα από την άλλη, ένοιωσα τον αέρα να χάνεται από τα πνευμόνια μου:
Είχε τη διαφήμιση του μαγαζιού του και το όνομά του......

"Κλείνω τα μάτια.....κι όπου με βγάλει..."

Δεν υπάρχουν σχόλια: